Σε επίπεδα ρεκόρ άνω του 20% εκτοξεύονται οι κεφαλαιακοί δείκτες της Εθνικής Τράπεζας μετά την κίνηση της τράπεζας να προσφύγει στις αγορές αντλώντας το ποσό των 500 εκατ. ευρώ μέσω της έκδοσης ομολόγων της κατηγορίας ΑΤ1. Μέσω της σχετικής έκδοσης, η τράπεζα ενισχύει πολύ πιο πάνω από τα απαιτούμενα εποπτικά όρια τα συνολικά της κεφάλαια, αυξάνοντας ακόμη και πάνω από τα εύλογα επίπεδα το κεφαλαιακό «μαξιλάρι» που η διοίκηση της ΕΤΕ επιδιώκει να διακρατά για κάθε ενδεχόμενο.

Μετά την άντληση των 500 εκατ. ευρώ, ο συνολικός κεφαλαιακός δείκτης CAD –στον οποίο προσμετρείται το ΑΤ1– διαμορφώνεται στο 23,1% από 21,8% το 9μηνο του 2025 (ο βασικός κεφαλαιακός δείκτης CET1 φτάνει στο 20,3% από 19% πριν), ενώ ο δείκτης MREL ενισχύεται στο 29,8% από 28,5% (έναντι στόχου για 26,8%). Να σημειωθεί ότι η κεφαλαιακή θέση της Εθνικής Τράπεζας υπερβαίνει κατά πολύ άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών, όπως αυτή της Unicredit που σύμφωνα με τα αποτελέσματα του 2025 διαμορφώθηκε στο 14,7%, της BNP Paribas στο 12,6% ή της Deutsche Bank που ήταν στο 14,2% σε όρους CET 1.

Εχοντας ήδη υπερπλεόνασμα κεφαλαίων άνω των 2 δισ. ευρώ και προεξοφλήσει την πρόθεσή  της να αυξήσει το προς διανομή μέρισμα για την οικονομική χρήση του 2025 άνω του 60%, η περαιτέρω ενίσχυση των κεφαλαίων της αποτελεί το μεγάλο ερώτημα για την αγορά. Διευκρινίζεται ότι η εξαιρετικά ισχυρή κεφαλαιακή θέση συνιστά θωράκιση για την τράπεζα, αλλά εάν διατηρείται για μεγάλο διάστημα, μπορεί να σημαίνει ότι το κεφάλαιο δεν αξιοποιείται πλήρως. Η τήρηση αυτής της αρχής είναι σε πλήρη ευθυγράμμιση με τις κατά καιρούς δηλώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της ΕΤΕ Παύλου Μυλωνά πως εξετάζονται όλα τα σενάρια –μεταξύ αυτών και οι εξαγορές– που θα προσθέτουν αξία στους μετόχους. Τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η έκδοση του ΑΤ1 δίνουν τροφή για σενάρια είτε γενναίας επαναγοράς μετοχών (buy back) είτε σενάρια εξαγορών ή και τα δύο. Να σημειωθεί ότι η Εθνική υλοποιεί ήδη δύο προγράμματα επαναγοράς μετοχών αξίας 174 εκατ. + 20 εκατ. ευρώ, και η προσφυγή σε ένα νέο είναι στο τραπέζι στον βαθμό που η διοίκηση έχει αφήσει ανοιχτό το ποσοστό βάσει του οποίου το άνω του 60% προς διανομή μέρισμα για την προηγούμενη οικονομική χρήση θα επιμεριστεί σε μετρητά και σε buyback.

Οι πιο τολμηροί διαβάζουν πίσω από τη σφύζουσα κεφαλαιακή θέση την πρόθεση της διοίκησης να προχωρήσει σε σημαντική εξαγορά, που δεν θα περιορίζεται στον ασφαλιστικό κλάδο, η οποία άλλωστε έχει προεξοφληθεί. Στην άποψη αυτή συγκλίνουν άλλωστε και οι εκτιμήσεις, βάσει των οποίων η συνεργασία με ασφαλιστικό όμιλο δεν θα απαιτήσει υψηλά κεφάλαια, στον βαθμό που πρόκειται για μια αμφίδρομη σχέση στην οποία η Εθνική θα διαθέσει το δίκτυο των καταστημάτων και των άλλων καναλιών διανομής για τη διάθεση ασφαλιστικών προϊόντων, και ο ασφαλιστικός όμιλος θα αποτελεί το εργοστάσιο για τη δημιουργία τους. Ακόμη και εάν η συνεργασία –όπως ακούγεται με την Allianz– δεθεί μετοχικά, αυτή σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις θα είναι μειοψηφικού χαρακτήρα, με τη δημιουργία ενός joint venture όπου η ΕΤΕ θα ελέγχει π.χ. το 30%.

Οι φήμες κάνουν λόγο για ευρωπαϊκή τράπεζα και κάποιες φωτογραφίζουν ποσοστό της EFG International, που διαθέτει σημαντική δραστηριότητα στο asset management. Ερωτηθείς σχετικά από την «Κ», ο διευθύνων σύμβουλος του Athens Branch Δημήτρης Κεφαλογιάννης δήλωσε «ουδέν σχόλιον». Σε κάθε περίπτωση, ο τομέας της διαχείρισης περιουσίας αποτελεί το «βούτυρο στο ψωμί» των ελληνικών τραπεζικών ομίλων στην προσπάθειά τους για διεύρυνση των δραστηριοτήτων και ενίσχυση των κερδών.

Διαβάστε ακόμη: