Ο Florent Latour, διευθύνων σύμβουλος της μεγαλύτερης εταιρείας που κατέχει αμπελώνες Grand Cru στη Βουργουνδία, πέρασε το καλοκαίρι προσευχόμενος για βροχή, για να εξαφαλίσει την καλύτερη δυνατή συγκομιδή από πλευράς ποσότητας και ποιότητας, αλλά οι προσευχές του δεν εισακούστηκαν, μετά την παρατεταμένη ξηρασία που έπληξε τις χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Το αποτέλεσμα ήταν να συμβιβαστεί με την ποιότητα και περίπου το μισό της συγκομιδής.
Το πλήγμα είναι βαρύ για την οινοποιία της χώρας, με το γαλλικό υπουργείο Γεωργίας να προειδοποιεί ότι η παραγωγή κρασιού ενδέχεται να φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 70 ετών το 2026, σηματοδοτώντας το τρίτο συνεχόμενο έτος μειωμένης παραγωγής.
Το παράδοξο είναι ότι, οι περιοχές που πλήττονται περισσότερο είναι εκείνες με πιο εύκρατο κλίμα, δηλαδή η Κοιλάδα του Λίγηρα και η Καμπανία. Αντίθετα, οι οινοπαραγωγοί στις νότιες περιοχές του Μπορντό και της Λανγκντόκ-Ρουσιγιόν ανέφεραν υψηλότερες συγκομιδές σε σύγκριση με πέρυσι.
Οι επιστήμονες θεωρούν ότι μεγάλο πρόβλημα αποτελεί η ανεπαρκής προετοιμασία της Γαλλίας απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
«Η πραγματικότητα της κλιματικής αλλαγής»
Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής εντείνουν τη συζήτηση γύρω από τους αυστηρούς κανόνες που διέπουν τον αμπελοοινικό τομέα της Γαλλίας. Πέρυσι, το Chateau Lafleur προκάλεσε σάλο αποσύροντας τα έξι κρασιά του από τις περίφημες επίσημες ονομασίες προέλευσης του Πομερόλ και του ευρύτερου Μπορντό. Το κτήμα, ιδιοκτησία της οικογένειας Guinaudeau, δήλωσε ότι οι αυστηροί κανόνες της ονομασίας προέλευσης (AOC) – οι οποίοι περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, περιορισμούς στην άρδευση, πυκνότητες φύτευσης και επιτρεπόμενες ποικιλίες σταφυλιών – το εμπόδιζαν να προσαρμοστεί αρκετά γρήγορα στο μεταβαλλόμενο κλίμα. Η απομάκρυνση από αυτούς τους κανόνες θα επιτρέψει στον αμπελώνα να αντιμετωπίσει «την πραγματικότητα της κλιματικής αλλαγής με ακρίβεια και αποτελεσματικότητα», είχε εξηγήσει στο CNBC η οικογένεια Guinaudeau.
Οι υψηλές θερμοκρασίες συνεπάγονται επίσης νωρίτερους τρύγους, κάτι που μπορεί να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα εφοδιαστικής για τους οινοπαραγωγούς. Ο φετινός τρύγος θα μπορούσε να ρίξει τη Γαλλία ξανά στην τρίτη θέση μεταξύ των χωρών που παράγουν κρασί. Τώρα η Ιταλία βρίσκεται σαφώς στην πρώτη θέση ενώ και η Ισπανία θα μπορούσε να την ξεπεράσει. Ο αντίκτυπος όλων αυτών θα μπορούσε να είναι μια τεράστια απώλεια δυνητικών εσόδων για τη Γαλλία και για τις εμπλεκόμενες εταιρείες.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η κυβέρνηση αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις ανάπτυξης της Γαλλίας στο 0,5% (από 1% νωρίτερα φέτος), εκτιμώντας ότι ο καύσωνας και η ξηρασία θα κοστίσουν στη Γαλλία 0,1 ποσοστιαία μονάδα ανάπτυξης φέτος. Εν τω μεταξύ, στα οινοποιεία, το κόστος παραγωγής αυξάνεται συνεχώς.
Στο τέλος του καλοκαιριού, η γαλλική κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα σχέδιο έκτακτης βοήθειας αξίας άνω του 1 δισεκατομμυρίου ευρώ (1,15 δισεκατομμύρια δολάρια) για τη στήριξη των αγροτών και των αμπελουργών που επλήγησαν από τους καύσωνες.
Μείωση της κατανάλωσης και νέες αγορές
Τα ζητήματα που σχετίζονται με το κλίμα εμφανίζονται σε μια εποχή που ο κλάδος αντιμετωπίζει ήδη μείωση της κατανάλωσης, με την καθημερινή κατανάλωση κρασιού να μειώνεται από σχεδόν το 50% του πληθυσμού το 1960 σε λιγότερο από 10% το 2018.
Ο υψηλότερος πληθωρισμός και οι δασμοί τα τελευταία 5 χρόνια συνέβαλαν επίσης στη συσσώρευση αποθεμάτων κρασιού. Ως αποτέλεσμα, τα κτήματα ξεριζώνουν αμπέλια για να μειώσουν την παραγωγή. Μόνο στην περιοχή του Μπορντό έχουν ξεριζωθεί περίπου 20.000 εκτάρια αμπελώνων από το 2023, μειώνοντας την εναπομένουσα έκταση των αμπελώνων σε 83.000 εκτάρια.
Και το 2026, περίπου το 4% του συνόλου των αμπελώνων της Γαλλίας θα εκριζωθεί στο πλαίσιο ενός κυβερνητικού προγράμματος στήριξης, στο οποίο οι αμπελουργοί θα λάβουν 4.000 ανά εκτάριο για την οριστική απομάκρυνση των αμπελιών.
Αυτή η κρίσιμη συγκυρία για τον γαλλικό οίνο οδηγεί τους βασικούς παράγοντες του κλάδου να στραφούν προς νέες αγορές, προϊόντα και γενιές και μάλιστα γρήγορα.
Οι παραγωγοί αναφέρουν τη Νότια Αμερική, τη Βραζιλία και την Ινδία ως πολλά υποσχόμενες νέες αγορές για το γαλλικό κρασί, χάρη στη σειρά νέων εμπορικών συμφωνιών που υπογράφηκαν τα τελευταία χρόνια.