Ένα ρεφρέν μπορεί να αξίζει εκατομμύρια και ένας μουσικός κατάλογος πάνω από 1 δισ. ευρώ – Γιατί εταιρείες και επενδυτές αγοράζουν τα τραγούδια με τα οποία ερωτευτήκαμε, χορέψαμε και μεγαλώσαμε
Πόσο μπορεί να κοστίζει πραγματικά ένα τραγούδι; Όχι η συνδρομή που πληρώνουμε για να το ακούσουμε σε μια πλατφόρμα streaming, ούτε τα χρήματα που κάποτε δίναμε για ένα CD ή έναν δίσκο βινυλίου, αλλά το ίδιο το τραγούδι, τα δικαιώματά του και η δυνατότητα να συνεχίζει να παράγει χρήματα για δεκαετίες. Πόσο αξίζει το «Bohemian Rhapsody»; Ποια τιμή μπορεί να μπει στο «Born to Run»; Και πόσα χρήματα θα έδινε ένας επενδυτής για εκατοντάδες τραγούδια του Bob Dylan;
Οι απαντήσεις φτάνουν σε ποσά που θυμίζουν περισσότερο εξαγορές μεγάλων επιχειρήσεων παρά τη μουσική βιομηχανία. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί μια τεράστια διεθνής αγορά γύρω από κάτι που δύσκολα χωρά σε έναν ισολογισμό: τη μουσική μνήμη. Καλλιτέχνες πωλούν ολόκληρους καταλόγους, δισκογραφικές εταιρείες και επενδυτικά κεφάλαια διαθέτουν εκατοντάδες εκατομμύρια για δικαιώματα και παλιά τραγούδια αντιμετωπίζονται πλέον ως περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να δημιουργούν έσοδα για πολλά χρόνια.
Η μεγάλη γοητεία αυτής της αγοράς κρύβεται ακριβώς στη διαφορετική ματιά των δύο πλευρών. Ο ακροατής ακούει ένα τραγούδι και θυμάται έναν πρώτο έρωτα, ένα καλοκαίρι, μια παρέα, ένα αυτοκίνητο, μια νύχτα που έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο επενδυτής ακούει το ίδιο τραγούδι και βλέπει μελλοντικές εισπράξεις. Και όσο πιο βαθιά έχει περάσει ένα κομμάτι στη συλλογική μνήμη, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι η αξία του.

Οι Queen και το τραγούδι που αρνείται να γεράσει
Το «Bohemian Rhapsody» είναι ίσως το ιδανικό παράδειγμα. Κυκλοφόρησε το 1975 και περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα εξακολουθεί να ακούγεται παντού. Η φωνή του Freddie Mercury επιστρέφει στα ραδιόφωνα, το τραγούδι συγκεντρώνει ακροάσεις στις ψηφιακές πλατφόρμες, χρησιμοποιείται στον κινηματογράφο και εξακολουθεί να ανακαλύπτεται από ανθρώπους που γεννήθηκαν δεκαετίες μετά την πρώτη κυκλοφορία του.
Το ίδιο συμβαίνει με το «We Will Rock You», το «We Are the Champions» και το «Another One Bites the Dust». Οι πρώτες νότες είναι αρκετές για να αναγνωριστούν από εκατομμύρια ανθρώπους. Αυτή η αναγνωρισιμότητα έχει τεράστια πολιτισμική αξία, αλλά πλέον γνωρίζουμε ότι μπορεί να αποκτήσει και αστρονομική οικονομική αξία.
Το 2024 έγινε γνωστή η συμφωνία της Sony για τον κατάλογο των Queen και ένα ευρύτερο πακέτο δικαιωμάτων, με το τίμημα να τοποθετείται από διεθνή δημοσιεύματα περίπου στα 1,27 δισ. δολάρια. Πρόκειται για ένα ποσό που ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο ευρώ και κατατάσσει τη συμφωνία ανάμεσα στις μεγαλύτερες στην ιστορία της μουσικής.
Το εντυπωσιακό είναι ότι ο αγοραστής δεν πληρώνει απλώς για όσα έχουν ήδη αποφέρει τα τραγούδια. Πληρώνει για όσα ενδέχεται να αποφέρουν στο μέλλον. Μια νέα ταινία, μια σειρά, ένα videogame, μια διαφήμιση, μια θεατρική παραγωγή ή ακόμη και ένα viral βίντεο μπορούν να ξαναφέρουν ένα τραγούδι στο προσκήνιο και μαζί του να ανανεώσουν το ενδιαφέρον για έναν ολόκληρο μουσικό κατάλογο.
Οι Queen άλλωστε έχουν πάψει προ πολλού να είναι απλώς τέσσερις μουσικοί. Είναι ο Freddie Mercury με το στέμμα και την κάπα, η κιθάρα του Brian May, το «We Will Rock You» σε ένα γεμάτο στάδιο και η κινηματογραφική επιτυχία του «Bohemian Rhapsody». Είναι μια παγκόσμια πολιτισμική ταυτότητα που εξακολουθεί να δημιουργεί οικονομική αξία δεκαετίες μετά τη δημιουργία των τραγουδιών της.
Ένα τραγούδι, δύο διαφορετικές περιουσίες
Για τον ακροατή ένα τραγούδι είναι ένα ενιαίο καλλιτεχνικό έργο. Για τη μουσική βιομηχανία, όμως, μπορεί να αποτελείται από διαφορετικά δικαιώματα. Από τη μία υπάρχει η σύνθεση, δηλαδή η μουσική και οι στίχοι. Από την άλλη βρίσκεται το master, η συγκεκριμένη ηχογράφηση του τραγουδιού που γνωρίζει το κοινό.
Αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να ελέγχει τα δικαιώματα της σύνθεσης και κάποιος άλλος την περίφημη ηχογράφηση με την οποία έγινε γνωστό το κομμάτι. Η διάκριση αυτή εξηγεί γιατί δύο συμφωνίες που εξωτερικά μοιάζουν ίδιες μπορεί στην πραγματικότητα να αφορούν διαφορετικά περιουσιακά στοιχεία. Εξηγεί επίσης γιατί η ιδιοκτησία των masters απέκτησε τόσο μεγάλη σημασία τα τελευταία χρόνια και βρέθηκε ακόμη και στο επίκεντρο μιας από τις μεγαλύτερες ιστορίες της σύγχρονης pop, εκείνης της Taylor Swift.

Bob Dylan: Όταν περισσότερα από 600 τραγούδια απέκτησαν τιμή
Το 2020 ο Bob Dylan προχώρησε σε μια συμφωνία που έκανε ολόκληρη τη μουσική βιομηχανία να στρέψει το βλέμμα της στους καταλόγους των μεγάλων δημιουργών. Η Universal Music Publishing Group απέκτησε τον κατάλογο των συνθέσεών του, ο οποίος περιλάμβανε περισσότερα από 600 τραγούδια, ανάμεσά τους ορισμένα από τα σημαντικότερα κομμάτια του 20ού αιώνα.
Το «Blowin’ in the Wind», το «Like a Rolling Stone» και το «Knockin’ on Heaven’s Door» βρέθηκαν έτσι στο επίκεντρο μιας συμφωνίας της οποίας το ακριβές τίμημα δεν ανακοινώθηκε, αλλά εκτιμήθηκε διεθνώς σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια.
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ειρωνεία σε αυτή την ιστορία. Τραγούδια που συνδέθηκαν με την κοινωνική αμφισβήτηση, τις διαμαρτυρίες και την πολιτισμική επανάσταση μιας ολόκληρης εποχής έγιναν ταυτόχρονα μέρος ενός τεράστιου εταιρικού χαρτοφυλακίου. Δεν έχασαν φυσικά τη δύναμη ή τη σημασία τους. Απέκτησαν όμως και κάτι που η τέχνη σπάνια παραδέχεται τόσο καθαρά ότι διαθέτει: μια συγκεκριμένη οικονομική τιμή.

Ο Bruce Springsteen μετέτρεψε πέντε δεκαετίες μουσικής σε εκατομμύρια
Το 2021 ακολούθησε ο Bruce Springsteen, με μια ακόμη μεγαλύτερη συμφωνία. Η Sony απέκτησε τα δικαιώματα των ηχογραφήσεων και των συνθέσεών του σε μια συναλλαγή που σύμφωνα με δημοσιεύματα έφτασε περίπου τα 500 εκατ. δολάρια.
Ο Springsteen μετέτρεψε ουσιαστικά πέντε δεκαετίες δημιουργίας σε ένα τεράστιο άμεσο οικονομικό αντίτιμο. Μαζί με τα δικαιώματα πέρασαν τραγούδια όπως το «Born to Run», το «Dancing in the Dark» και το «Born in the U.S.A.», αλλά η πραγματική αξία του καταλόγου βρίσκεται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από τους τίτλους.
Μέσα στα τραγούδια του Springsteen βρίσκεται ένα μεγάλο κομμάτι της αμερικανικής μυθολογίας. Εργοστάσια, αυτοκινητόδρομοι, εργατικές πόλεις, άνθρωποι που ψάχνουν μια δεύτερη ευκαιρία, νεανικά όνειρα και η αίσθηση ότι κάπου στο τέλος του δρόμου υπάρχει μια διαφορετική ζωή. Οι ιστορίες αυτές εξακολουθούν να ανήκουν συναισθηματικά στο κοινό τους, αλλά τα δικαιώματα εκμετάλλευσής τους απέκτησαν μια εντυπωσιακή χρηματική αξία.
Γιατί το streaming έκανε το παλιό τραγούδι ξανά χρυσό
Η τεράστια ανάπτυξη της αγοράς των μουσικών καταλόγων δεν μπορεί να εξηγηθεί χωρίς το streaming. Στην εποχή του βινυλίου και του CD, ένα παλιό τραγούδι χρειαζόταν συχνά μια επανέκδοση ή μια νέα συλλογή για να επιστρέψει μαζικά στην αγορά. Σήμερα βρίσκεται μόνιμα διαθέσιμο, περιμένοντας απλώς την κατάλληλη στιγμή για να ανακαλυφθεί ξανά.
Ένα τραγούδι μπορεί να παραμένει σχετικά ήσυχο για χρόνια και ξαφνικά μια τηλεοπτική σειρά να το μετατρέψει ξανά σε παγκόσμια επιτυχία. Αυτό συνέβη εντυπωσιακά με το «Running Up That Hill» της Kate Bush, το οποίο κυκλοφόρησε το 1985 και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες αργότερα επέστρεψε στα charts χάρη στη χρήση του στη σειρά «Stranger Things».
Μια ολόκληρη νέα γενιά που δεν είχε γεννηθεί όταν κυκλοφόρησε το τραγούδι άρχισε να το ακούει. Το κομμάτι ήταν ακριβώς το ίδιο. Το κοινό του ήταν καινούργιο. Και αυτή η δυνατότητα ενός παλιού τραγουδιού να αποκτά μια δεύτερη, τρίτη ή ακόμη και τέταρτη ζωή είναι ένα από τα στοιχεία στα οποία ποντάρουν όσοι επενδύουν σε μουσικούς καταλόγους.

Ένα skateboard ξαναέφερε τους Fleetwood Mac στα charts
Ακόμη πιο χαρακτηριστική της νέας εποχής είναι η ιστορία του «Dreams» των Fleetwood Mac. Το τραγούδι του 1977 βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο της δημοσιότητας δεκαετίες αργότερα εξαιτίας ενός viral βίντεο στο TikTok, στο οποίο ένας άνδρας έκανε skateboard πίνοντας χυμό cranberry ενώ το κομμάτι έπαιζε στο background.
Μερικά δευτερόλεπτα ήταν αρκετά για να δημιουργηθεί ένα τεράστιο κύμα νέου ενδιαφέροντος. Το «Dreams» επέστρεψε δυναμικά στις ακροάσεις και στα charts και οι Fleetwood Mac βρέθηκαν μπροστά σε ένα κοινό που σε μεγάλο βαθμό δεν είχε καμία προσωπική ανάμνηση από τη δεκαετία του 1970.
Αυτό είναι ίσως το πιο συναρπαστικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης μουσικής αγοράς. Η επιτυχία δεν ακολουθεί πλέον μια ευθεία γραμμή από την κυκλοφορία στην κορυφή και στη συνέχεια στη λήθη. Ένα τραγούδι μπορεί να περιμένει για δεκαετίες μέχρι να έρθει η επόμενη μεγάλη στιγμή του.

Ο Justin Bieber δεν περίμενε να γεράσει
Οι τεράστιες πωλήσεις μουσικών καταλόγων δεν περιορίζονται πλέον στους θρύλους των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Το 2023 ο Justin Bieber, μόλις 28 ετών τότε, πούλησε στην Hipgnosis Songs Capital δικαιώματα που συνδέονταν με περίπου 290 τραγούδια του τα οποία είχαν κυκλοφορήσει έως το τέλος του 2021.
Η αξία της συμφωνίας αναφέρθηκε διεθνώς περίπου στα 200 εκατ. δολάρια. Ο Bieber δεν περίμενε να φτάσει σε μεγάλη ηλικία για να εξαργυρώσει έναν κατάλογο που είχε ήδη δημιουργήσει τεράστια παγκόσμια επιτυχία. Μετέτρεψε ένα μέρος των μελλοντικών εσόδων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν τραγούδια όπως το «Baby», το «Sorry» και το «Love Yourself» σε ένα γιγαντιαίο ποσό στο παρόν.
Για τον αγοραστή η λογική ήταν ακριβώς αντίστροφη. Πλήρωσε σήμερα πιστεύοντας ότι τα τραγούδια θα εξακολουθήσουν να ακούγονται αύριο, μεθαύριο και πιθανότατα για πολλά χρόνια. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα στοίχημα πάνω στην αντοχή της pop κουλτούρας.

Taylor Swift: Η σταρ που πήρε τον αντίθετο δρόμο
Και μετά υπάρχει η Taylor Swift, η οποία έκανε το ακριβώς αντίθετο. Αντί να γίνει το σύμβολο της μεγάλης πώλησης ενός μουσικού καταλόγου, μετατράπηκε στο παγκόσμιο παράδειγμα ενός καλλιτέχνη που αγωνίστηκε για να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στο ίδιο του το έργο.
Όταν τα masters των πρώτων έξι άλμπουμ της άλλαξαν ιδιοκτησία χωρίς η ίδια να ελέγχει τη διαδικασία, η Swift απάντησε με έναν τρόπο που αρχικά έμοιαζε παράτολμος. Αποφάσισε να ηχογραφήσει ξανά τα παλιά τραγούδια της. Έτσι γεννήθηκαν οι περίφημες εκδόσεις «Taylor’s Version», αρχίζοντας από το «Fearless (Taylor’s Version)» το 2021 και συνεχίζοντας με τα «Red», «Speak Now» και «1989».
Οι επανηχογραφήσεις δεν ήταν απλώς μια νοσταλγική επιστροφή σε παλιές επιτυχίες. Ήταν μια επιχειρηματική αντεπίθεση. Η Swift έδωσε στο κοινό της τη δυνατότητα να ακούει νέες εκδοχές των τραγουδιών πάνω στις οποίες η ίδια είχε μεγαλύτερο έλεγχο, και οι θαυμαστές ανταποκρίθηκαν μαζικά.
Η ημέρα που η Taylor Swift αγόρασε πίσω το παρελθόν της
Τον Μάιο του 2025 η ιστορία πήρε την τροπή που για χρόνια επιδίωκε η ίδια. Η Taylor Swift ανακοίνωσε ότι απέκτησε τα masters των πρώτων έξι άλμπουμ της μαζί με μουσικά βίντεο, φωτογραφίες και σχετικό αρχειακό υλικό.
Πέρα από την προσωπική σημασία που είχε για την ίδια, η πολυετής αυτή διαμάχη κατάφερε κάτι που δύσκολα θα πετύχαινε οποιοδήποτε σεμινάριο για πνευματικά δικαιώματα. Έκανε εκατομμύρια ανθρώπους να μάθουν τι είναι ένα master και να αντιληφθούν ότι το γεγονός πως ένας καλλιτέχνης γράφει και τραγουδά ένα έργο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ελέγχει και τη διασημότερη ηχογράφησή του.
Η Swift μετέτρεψε έτσι ένα περίπλοκο θέμα συμβολαίων σε μέρος της ίδιας της pop κουλτούρας. Η ιδιοκτησία της μουσικής έπαψε να είναι υπόθεση μόνο δικηγόρων, εταιρειών και στελεχών δισκογραφικών και έγινε μια ιστορία που παρακολούθησαν εκατομμύρια fans σε όλο τον κόσμο.
Από πού βγάζει χρήματα ένα τραγούδι 40 ετών
Ένα κλασικό τραγούδι μπορεί να δημιουργεί έσοδα από πολύ περισσότερες πηγές από όσες αντιλαμβάνεται ο μέσος ακροατής. Το streaming και το ραδιόφωνο αποτελούν μόνο ένα μέρος της εικόνας. Ανάλογα με τα δικαιώματα και τη χρήση, χρήματα μπορούν να προκύψουν από κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, διαφημίσεις, videogames, θεατρικές παραγωγές και πολλές ακόμη μορφές εμπορικής αξιοποίησης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η χρήση μουσικής μαζί με εικόνα, το γνωστό sync licensing. Ένα πασίγνωστο τραγούδι σε μια μεγάλη κινηματογραφική σκηνή ή σε μια διεθνή διαφημιστική καμπάνια έχει κάτι που ένα καινούργιο κομμάτι δεν μπορεί εύκολα να αγοράσει: την άμεση συναισθηματική αναγνώριση.
Αρκούν λίγα δευτερόλεπτα από ένα τραγούδι των Queen ή του Springsteen για να δημιουργηθεί συγκεκριμένη ατμόσφαιρα. Το κοινό δεν χρειάζεται να γνωρίσει το τραγούδι. Το γνωρίζει ήδη και μαζί του κουβαλά όλα όσα έχει αισθανθεί ακούγοντάς το στο παρελθόν.

Γιατί ένα τραγούδι μπορεί να μοιάζει με ακίνητο
Η σύγκριση ακούγεται σχεδόν παράλογη, αλλά εξηγεί αρκετά καλά τη λογική των επενδυτών. Κάποιος αγοράζει ένα εμπορικό ακίνητο επειδή προσδοκά ότι θα εισπράττει ενοίκια για πολλά χρόνια. Ένας επενδυτής μπορεί να αγοράσει δικαιώματα ενός μουσικού καταλόγου επειδή εκτιμά ότι τα τραγούδια θα εξακολουθήσουν να δημιουργούν έσοδα στο μέλλον.
Μόνο που εδώ δεν υπάρχουν τετραγωνικά μέτρα, καταστήματα και γραφεία. Υπάρχουν στίχοι, νότες και ηχογραφήσεις. Αντί για ενοικιαστές υπάρχουν ακροατές, κινηματογραφικά στούντιο, διαφημιστικές εταιρείες, τηλεοπτικές παραγωγές και ψηφιακές πλατφόρμες.
Η μουσική μετατρέπεται έτσι σε ένα εξαιρετικά ιδιαίτερο περιουσιακό στοιχείο. Ένα asset που δεν μπορείς να αγγίξεις, αλλά μπορείς να τραγουδήσεις από μνήμης.
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα ενός παλιού τραγουδιού
Υπάρχει ένας ακόμη λόγος για τον οποίο οι εταιρείες είναι διατεθειμένες να πληρώνουν εκατοντάδες εκατομμύρια για καταλόγους παλαιότερων καλλιτεχνών. Ένα κλασικό τραγούδι έχει ήδη περάσει από το δυσκολότερο τεστ της μουσικής βιομηχανίας: το τεστ του χρόνου.
Κανείς δεν γνωρίζει αν ένα τραγούδι που κυκλοφορεί σήμερα θα ακούγεται σε δέκα χρόνια. Αν όμως ένα κομμάτι εξακολουθεί να ακούγεται 30, 40 ή 50 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, έχει ήδη αποδείξει ότι διαθέτει κάτι πολύ σπάνιο. Μπορεί να περνά από τη μία γενιά στην επόμενη.
Το «Bohemian Rhapsody» δεν χρειάζεται πλέον να αποδείξει ότι είναι επιτυχία. Ούτε το «Like a Rolling Stone». Η αγορά γνωρίζει ότι αυτά τα τραγούδια επέζησαν από αλλαγές στη μόδα, στη δισκογραφία, στην τεχνολογία και στον τρόπο με τον οποίο ακούμε μουσική. Αυτό δεν εγγυάται το μέλλον, αλλά δημιουργεί μια πολύ ισχυρή ένδειξη ότι θα συνεχίσουν να έχουν κοινό.
Πόσο κοστίζει τελικά ένα τραγούδι;
Δεν υπάρχει μία απλή απάντηση. Η αξία εξαρτάται από τα έσοδα που ήδη δημιουργεί ένα τραγούδι ή ένας κατάλογος, από τα δικαιώματα που περιλαμβάνονται στη συμφωνία, από τη δημοτικότητά του, τη διεθνή απήχηση, τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί σε άλλες παραγωγές και κυρίως από την πιθανότητα να συνεχίσει να ακούγεται στο μέλλον.
Γι’ αυτό όταν ένας κατάλογος πωλείται για 200 εκατ., 500 εκατ. ή περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο δολάρια, δεν αγοράζονται απλώς αρχεία ήχου. Αγοράζεται το παρελθόν και ένα στοίχημα πάνω στο μέλλον. Ο δημιουργός παίρνει σήμερα ένα τεράστιο ποσό, ενώ ο αγοραστής περιμένει ότι η μουσική θα συνεχίσει να παράγει αξία για δεκαετίες.

Ποιος αγοράζει τελικά τις αναμνήσεις μας;
Κάπου εδώ η ιστορία παύει να αφορά μόνο τα εκατομμύρια και τους ισολογισμούς. Γιατί ένα τραγούδι δεν είναι ποτέ απλώς το copyright του. Είναι εκείνο που έπαιζε στο αυτοκίνητο ένα συγκεκριμένο καλοκαίρι, εκείνο που χόρεψε ένα ζευγάρι στον γάμο του, το κομμάτι που κάποιος άκουγε ξανά και ξανά στα δεκαεπτά του ή η μελωδία που μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να τον μεταφέρει σε μια εποχή που πίστευε ότι είχε ξεχάσει.
Οι εταιρείες και τα funds που αγοράζουν μουσικούς καταλόγους δεν μπορούν φυσικά να αγοράσουν αυτές τις αναμνήσεις. Μπορούν όμως να αποκτήσουν δικαιώματα που τους επιτρέπουν να εισπράττουν όταν εμείς επιστρέφουμε σε αυτές. Κάθε φορά που ένας 17χρονος ανακαλύπτει σήμερα τους Queen, κάθε φορά που μια σειρά επαναφέρει ένα τραγούδι της δεκαετίας του 1980 και κάθε φορά που κάποιος πατά play σε ένα κομμάτι που άκουγε πριν από τριάντα χρόνια, η πολιτισμική μνήμη συναντά ξανά την οικονομία.
Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη ανακάλυψη της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας. Η νοσταλγία δεν είναι μόνο συναίσθημα. Μπορεί να μετατραπεί σε περιουσιακό στοιχείο με αξία εκατοντάδων εκατομμυρίων.
Και ίσως γι’ αυτό τα ακριβότερα τραγούδια δεν είναι απαραίτητα τα πιο καινούργια ή εκείνα που βρίσκονται σήμερα στην κορυφή των charts. Είναι εκείνα που έχουν καταφέρει κάτι πολύ δυσκολότερο από μια πρώτη θέση.
Μας κάνουν να επιστρέφουμε σε αυτά ξανά και ξανά.
Διαβάστε ακόμη:
- Ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητά συμμαχίες και ετοιμάζει σκληρή αντεπίθεση στην ΕΛ.Α.Σ
- Το λάθος που κάνουν οι περισσότεροι με το κομμένο καρπούζι
- Mr Jones x Rocky Beeson: Το σατιρικό ρολόι που μετατρέπει την αναμονή σε τέχνη
- ΑΑΔΕ: 12.000 ειδοποιητήρια σε όσους δηλώνουν λίγα και ξοδεύουν πολλά – Ποιες δαπάνες «χτυπούν καμπανάκι»

