Οι πολιτικοί διάδρομοι της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας αντηχούν το τελευταίο διάστημα από έντονα σενάρια μετακινήσεων και παρασκηνιακές διαβουλεύσεις που, αν μη τι άλλο, προκαλούν αλυσιδωτές συζητήσεις, έστω κι αν κάποιες από αυτές τις κινήσεις προσκρούουν προς το παρόν σε ερμητικά κλειστές πόρτες.
Η περίπτωση του ανεξάρτητου βουλευτή Μιχάλη Χουρδάκη είναι χαρακτηριστική της ρευστότητας που επικρατεί. Οι πληροφορίες αναφέρουν πως ο βουλευτής έχει γίνει ο «στενός κορσές» των στενών συνεργατών του Νίκου Ανδρουλάκη, εξαντλώντας κάθε μέσο πίεσης για να εξασφαλίσει ένα κρίσιμο ραντεβού που θα του άνοιγε διάπλατα την πόρτα της Χαριλάου Τρικούπη. Ωστόσο, οι προσδοκίες του μοιάζουν να πέφτουν στο κενό, καθώς η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται εξαιρετικά επιφυλακτική.
Παρά την ανάγκη του Στέφανου Κασσελάκη να κρατήσει τις ισορροπίες με τους εναπομείναντες βουλευτές του, ο Χουρδάκης δείχνει να έχει πάρει τις αποφάσεις του, κοιτάζοντας επίμονα προς το πράσινο στρατόπεδο, δίχως όμως μέχρι στιγμής την παραμικρή ανταπόκριση.
Την ίδια ώρα, η συμπρωτεύουσα γεννά κι άλλα σενάρια με έντονο πολιτικό ενδιαφέρον, αυτή τη φορά με άρωμα ολυμπιακών μεταλλίων. Η Βούλα Πατουλίδου, μια προσωπικότητα με τεράστιο εκτόπισμα που έχει ταυτιστεί με τις κορυφαίες στιγμές του ελληνικού αθλητισμού, φαίνεται να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο μιας πολιτικής μεταπήδησης που θυμίζει έντονα τη διαδρομή του Θοδωρή Ζαγοράκη. Παρότι η ίδια συμπεριλήφθηκε στο ευρωψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας, το γυαλί στις σχέσεις της με το κυβερνών κόμμα φαίνεται να ράγισε οριστικά μετά την αποχώρηση του Απόστολου Τζιτζικώστα για τις Βρυξέλλες.
Η επιλογή της Νανάς Αηδονά για τη θέση της Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, αντί της ίδιας της Πατουλίδου που θεωρούσε τον εαυτό της φυσικό διάδοχο, πυροδότησε μια σκληρή κόντρα που κρατά μέχρι σήμερα και φαίνεται να μην έχει επιστροφή. Η Ολυμπιονίκης δεν εμφανίζεται πλέον καθόλου αρνητική στο να «αλλάξει φανέλα» και να κατευθυνθεί προς το ΠΑΣΟΚ, μια κίνηση που, αν και θεωρείται δύσκολη τεχνικά και πολιτικά λόγω της πρότερης διαδρομής της, αποδεικνύει πως οι ισορροπίες στη Βόρεια Ελλάδα είναι πλέον πιο ρευστές και απρόβλεπτες από ποτέ.