Τι είναι η θεραπευτική πλασμαφαίρεση, πώς πραγματοποιείται και σε ποιες σοβαρές παθήσεις χρησιμοποιείται – Τι αναφέρει ο καθηγητής Θάνος Δημόπουλος
Σχεδόν 200 συνεδρίες θεραπευτικής πλασμαφαίρεσης έχουν πραγματοποιηθεί από την αρχή του 2026 στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», γεγονός που αποτυπώνει τη συστηματική χρήση της μεθόδου σε ασθενείς με σοβαρά νοσήματα.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας και διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα», Θάνος Δημόπουλος, μέσα στο 2026 έχουν πραγματοποιηθεί 195 συνεδρίες πλασμαφαίρεσης, ενώ το 2025 είχαν πραγματοποιηθεί συνολικά 290.
Πρόκειται, όπως διευκρινίζεται, για θεραπευτική πλασμαφαίρεση, η οποία εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες παθολογικές καταστάσεις και πραγματοποιείται σε οργανωμένο νοσοκομειακό περιβάλλον με συνεχή παρακολούθηση του ασθενούς.
Τι είναι η θεραπευτική πλασμαφαίρεση
Η πλασμαφαίρεση είναι μία διαδικασία κατά την οποία το αίμα του ασθενούς περνά μέσα από ειδικό μηχάνημα, το οποίο διαχωρίζει το πλάσμα από τα κυτταρικά στοιχεία του αίματος.
Τα ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια, καθώς και τα αιμοπετάλια, επιστρέφουν στον οργανισμό, ενώ το πλάσμα που αφαιρείται αντικαθίσταται με ειδικό υγρό υποκατάστασης.
Συνήθως χρησιμοποιείται αλβουμίνη 5%, φυσιολογικός ορός ή, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, φρέσκο κατεψυγμένο πλάσμα.
Στόχος της θεραπείας είναι να απομακρυνθούν από το αίμα ουσίες που μπορεί να προκαλούν ή να επιδεινώνουν μία νόσο, όπως αντισώματα, ανοσοσυμπλέγματα, κρυοσφαιρίνες, λιποπρωτεΐνες και άλλα μεγαλομοριακά στοιχεία.
Σε ποια νοσήματα εφαρμόζεται
Στο Νεφρολογικό Τμήμα του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» λειτουργούν τρία μηχανήματα πλασμαφαίρεσης.
Η θεραπεία χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρές παθήσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται το σύνδρομο υπεργλοιότητας, οι αγγειίτιδες, η θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα, το αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, η χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική νευροπάθεια, η οπτική νευρίτιδα, το σύνδρομο Guillain-Barré και η μυασθένεια gravis.
Παράλληλα, πραγματοποιούνται και συνεδρίες LDL αφαίρεσης σε ασθενείς με σοβαρή ομόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία.
Το 2025 πραγματοποιήθηκαν 47 τέτοιες συνεδρίες, ενώ από την αρχή του 2026 έχουν ήδη γίνει 36.
Πώς γίνεται η διαδικασία
Η πλασμαφαίρεση απαιτεί αγγειακή πρόσβαση.
Αυτή μπορεί να γίνει είτε μέσω δύο περιφερικών φλεβικών καθετήρων, έναν για την αφαίρεση και έναν για την επαναχορήγηση του αίματος, είτε μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα διπλού αυλού.
Το αίμα οδηγείται στη συσκευή, όπου διαχωρίζεται είτε με φυγοκέντρηση είτε με μεμβρανική διήθηση.
Παράλληλα χρησιμοποιούνται κιτρικά άλατα ως αντιπηκτικά, ώστε να αποτρέπεται η πήξη του αίματος μέσα στο κύκλωμα.
Σε μία τυπική συνεδρία ανταλλάσσεται περίπου ένας έως ενάμισης όγκος πλάσματος, δηλαδή περίπου 3 με 4 λίτρα σε έναν ενήλικα.
Η διάρκεια της συνεδρίας κυμαίνεται συνήθως από 1,5 έως 3 ώρες, ενώ ο συνολικός αριθμός των συνεδριών εξαρτάται από την πάθηση και την κλινική εικόνα του ασθενούς.
Σε αρκετές περιπτώσεις απαιτούνται περίπου 5 έως 7 συνεδρίες, καθημερινά ή μέρα παρά μέρα.
Ποιες είναι οι πιθανές παρενέργειες
Κατά τη διάρκεια της πλασμαφαίρεσης ο ασθενής παρακολουθείται συνεχώς ως προς τα ζωτικά του σημεία, την ισορροπία των υγρών και την εμφάνιση τυχόν ανεπιθύμητων ενεργειών.
Οι σοβαρές επιπλοκές δεν θεωρούνται συχνές, ωστόσο μπορούν να εμφανιστούν.
Μεταξύ των πιθανών παρενεργειών περιλαμβάνεται η πτώση της αρτηριακής πίεσης, ακόμη και κυκλοφορική καταπληξία σε περίπτωση απότομης μείωσης του ενδαγγειακού όγκου.
Μπορεί επίσης να εμφανιστεί αναφυλακτική αντίδραση στα υγρά υποκατάστασης.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στην υπασβεστιαιμία, η οποία μπορεί να προκληθεί λόγω της δέσμευσης του ασβεστίου από τα κιτρικά άλατα που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία.
Σε σοβαρές περιπτώσεις, η μεγάλη πτώση του ασβεστίου μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε καρδιακή αρρυθμία.
Γιατί απαιτείται στενή ιατρική παρακολούθηση
Η πλασμαφαίρεση αποτελεί θεραπευτική πράξη που εφαρμόζεται σε συγκεκριμένες ιατρικές ενδείξεις και απαιτεί κατάλληλο εξοπλισμό, εξειδικευμένο προσωπικό και συνεχή παρακολούθηση.
Η διαδικασία μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για ασθενείς με βαριά νοσήματα, όμως δεν είναι μία απλή ή αθώα παρέμβαση.
Για τον λόγο αυτό, η επιλογή του ασθενούς, ο αριθμός των συνεδριών και η παρακολούθηση κατά τη διάρκειά τους καθορίζονται από την ιατρική ομάδα, ανάλογα με την πάθηση και τη συνολική κατάσταση της υγείας του.