Σε 116.636 υπολογίζονται τα καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης  Airbnb που λειτούργησαν το 2025 στην ελληνική αγορά, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασαν τα στελέχη της ΑΑΔΕ, στο πλαίσιο του συνεδρίου Short Stay Conference, που διοργάνωσε ο Σύνδεσμος Εταιρειών Βραχυχρόνιας Μίσθωσης Ακινήτων (STAMA).

Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, το νούμερο αυτό αντιστοιχεί σε καταλύματα που είχαν τουλάχιστον μία δήλωση μίσθωσης κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, δηλαδή λειτούργησαν, έστω κι αν αυτό ήταν πιλοτικό σε κάποιες περιπτώσεις, στην αγορά των βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Παράλληλα, όπως σημείωσε ο κ. Απόστολος Μπούτος, σύμβουλος του διοικητή της ΑΑΔΕ, «από τη σύσταση του Μητρώου Ακινήτων έχουν καταγραφεί 358.115 ΑΜΑ (Αριθμός Μητρώου Ακινήτου), αλλά που αντιστοιχούν σε 238.600 ΑΤΑΚ (Αριθμός Ταυτότητας Ακινήτου)». Αυτό παρατηρείται επειδή κάθε φορά που ανανεώνεται ένα μισθωτήριο μεταξύ ιδιοκτήτη και διαχειριστή, αλλάζει και ο ΑΜΑ, ακόμη κι αν αφορά το ίδιο ακίνητο. Επίσης, σε πολλές περιπτώσεις έχουν εκδοθεί ΑΜΑ, χωρίς ποτέ το ακίνητο να λειτουργήσει στη βραχυχρόνια μίσθωση.

Σύμφωνα με τον κ. Αγγελο Κούρο, προϊστάμενο του Αυτοτελούς Τμήματος Συντονισμού Μεταρρυθμιστικών Δράσεων και Επικοινωνίας της ΑΑΔΕ, «αρκετοί ιδιοκτήτες έχουν εκδώσει ΑΜΑ, ώστε να έχουν αυτή την επιλογή, παρότι στην πράξη το ακίνητό τους είτε ιδιοκατοικείται είτε εκμισθώνεται με μακροχρόνια μίσθωση. Είδαμε άλλωστε σημαντική αύξηση του αριθμού των νέων ΑΜΑ κατά τους τρεις τελευταίους μήνες του 2024, ενόψει της απαγόρευσης που θεσπίστηκε στην έκδοση νέων αριθμών από τις αρχές του 2025, στα τρία πρώτα δημοτικά διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων».

Με βάση τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, στα συγκεκριμένα σημεία, μετά και τον πρώτο χρόνο που ισχύει το μέτρο, έχει παρατηρηθεί μικρή μείωση του αριθμού των ΑΜΑ σε 27.000, από 29.500 που ήταν στο τέλος του 2024. Ωστόσο, τα ενεργά καταλύματα αφενός μεν υπολογίζονται σε κάτω του 50% του αριθμού αυτού (περίπου 13.000-15.000 στο σύνολο του Δήμου Αθηναίων), αφετέρου δε σημείωσαν αύξηση κατά περίπου 11% σε 14.326 το 2025.

Από τα στοιχεία της ΑΑΔΕ προκύπτει επίσης ότι περίπου 1.100 ιδιοκτήτες δεν έχουν προχωρήσει σε έναρξη επιχείρησης, παρότι διαθέτουν τουλάχιστον τρία ακίνητα και αναμένονται οι σχετικές κυρώσεις. Επίσης, άλλοι 500 έχουν μεν προχωρήσει σε έναρξη, αλλά δεν έχουν βάλει όλους τους απαραίτητους ΚΑΔ.

Σύμφωνα πάντως με τους φορείς της αγοράς ακινήτων, το μέτρο της απαγόρευσης λειτουργίας νέων καταλυμάτων στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο μάλιστα θα επεκταθεί σύντομα και στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, δεν έχει αποδώσει καρπούς. Οπως ανέφερε χθες ο κ. Λευτέρης Ποταμιάνος, πρόεδρος του Συλλόγου Μεσιτών Αθηνών – Αττικής, «μετά ένα χρόνο εφαρμογής, το μέτρο αυτό, που οφείλεται στην εσφαλμένη δαιμονοποίηση της δραστηριότητας των βραχυχρόνιων μισθώσεων, δεν πέτυχε τον στόχο του, καθώς οι τιμές των ενοικίων έχουν συνεχίσει να αυξάνονται. Το ίδιο αποτέλεσμα θα δούμε και στη Θεσσαλονίκη. Πάγια θέση μας είναι ότι οι βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν τόσο μικρή επίδραση στην αγορά κατοικίας, που ουσιαστικά δεν επιδρούν με τρόπο ουσιαστικό στο στεγαστικό πρόβλημα». Παράλληλα επισήμανε ότι από τη στιγμή που πλέον υπάρχει κι ένα πλήρες κανονιστικό και φορολογικό πλαίσιο για τη λειτουργία αυτού του κλάδου, δεν υφίσταται λόγος για άλλες παρεμβάσεις. «Ούτως ή άλλως υπάρχει αυτορρύθμιση της αγοράς. Αν δηλαδή ένα σπίτι δεν αποδίδει στη βραχυχρόνια, θα αξιοποιηθεί με άλλον τρόπο, μέσω των μακροχρόνιων μισθώσεων».

Με τη σειρά του ο κ. Στρ. Παραδιάς, πρόεδρος της ΠΟΜΙΔΑ, σημείωσε ότι «η βραχυχρόνια μίσθωση ήταν το εύκολο θύμα, ενώ ο κύριος λόγος των υψηλών τιμών των ενοικίων είναι η έλλειψη προσφοράς σε σχέση με τη ζήτηση. Τα τελευταία 20 χρόνια δεν κατασκευάστηκαν σπίτια για ενοικιαστές, καθώς το σύστημα της αντιπαροχής υπολειτούργησε. Ετσι δεν προέκυψαν νέα σπίτια για εκμετάλλευση. Αρνητικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης η αστυφιλία, τα διαζύγια και η παλαίωση του οικιστικού αποθέματος, καθώς απαιτούνται σημαντικά ποσά για να επαναλειτουργήσουν αυτά τα σπίτια». Παράλληλα επισήμανε την ανάγκη να θεσπιστεί ένα σύστημα πιστοποίησης της φερεγγυότητας των ενοικιαστών, όπως ισχύει και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, καθώς με αυτόν τον τρόπο θα ενθαρρυνθούν περισσότεροι ιδιοκτήτες να εκμεταλλευθούν τα κλειστά ακίνητά τους.

Διαβάστε ακόμη: