Η προοπτική μιας ενδεχόμενης πολιτικής πρωτοβουλίας από τον Αντώνη Σαμαρά έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, καθώς όλο και περισσότερα στελέχη εκτιμούν ότι η μεγαλύτερη απειλή για την κυβερνητική παράταξη δεν προέρχεται πλέον από την αντιπολίτευση, αλλά από τα δεξιά της.

Στο κυβερνητικό στρατόπεδο γνωρίζουν ότι η πολιτική κυριαρχία της ΝΔ στηρίχθηκε τα προηγούμενα χρόνια στη συσπείρωση ενός ευρύτατου εκλογικού ακροατηρίου, το οποίο σήμερα εμφανίζει σημάδια κόπωσης και αποστασιοποίησης. Τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογικών αναμετρήσεων έδειξαν ότι περίπου 1,3 εκατομμύρια ψηφοφόροι που είχαν στηρίξει τη ΝΔ το 2023 είτε επέλεξαν την αποχή είτε μετακινήθηκαν σε μικρότερα κόμματα του δεξιού και πατριωτικού χώρου.

Αυτή ακριβώς τη δεξαμενή φαίνεται ότι εξετάζει ως πιθανή πολιτική βάση ο πρώην πρωθυπουργός, σε περίπτωση που αποφασίσει να μετατρέψει την κριτική του προς την κυβέρνηση σε οργανωμένη πολιτική παρέμβαση.

Η δεξαμενή των δυσαρεστημένων

Το μεγάλο άγχος της κυβέρνησης δεν είναι μόνο η πιθανότητα δημιουργίας ενός νέου πολιτικού φορέα. Είναι κυρίως το γεγονός ότι ο Σαμαράς απευθύνεται σε ψηφοφόρους που ανήκαν μέχρι χθες στη ΝΔ. Πρόκειται για πολίτες που εμφανίζονται δυσαρεστημένοι από επιλογές της κυβέρνησης στην εξωτερική πολιτική, στα εθνικά θέματα, στη διαχείριση του μεταναστευτικού, αλλά και σε ζητήματα που αφορούν την πολιτισμική και ιδεολογική φυσιογνωμία της παράταξης.

Οι ίδιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις αποτελούν σήμερα τον βασικό στόχο του Μεγάρου Μαξίμου στην προσπάθεια ανάκτησης των εκλογικών απωλειών. Επομένως, κάθε πιθανή κίνηση του πρώην πρωθυπουργού θα λειτουργούσε ανταγωνιστικά προς την κεντρική στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Για πρώτη φορά μετά το 2019, στο κυβερνητικό επιτελείο συζητείται σοβαρά το ενδεχόμενο η αυτοδυναμία να μην αποτελεί πλέον ρεαλιστικό πολιτικό στόχο.

Το δίλημμα του Μαξίμου: Σιωπή ή σύγκρουση;

Μπροστά σε αυτό το ενδεχόμενο, η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει σε ένα δύσκολο ερώτημα: πώς αντιμετωπίζεται ένας πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της ΝΔ που εξακολουθεί να διαθέτει επιρροή στη βάση της παράταξης; Η πρώτη επιλογή είναι η τακτική της υποβάθμισης. Να αποφεύγεται κάθε ευθεία αντιπαράθεση, ώστε να μη δοθεί στον Σαμαρά η πολιτική σημασία που θα μπορούσε να μετατρέψει τις παρεμβάσεις του σε κεντρικό πολιτικό γεγονός.

Ωστόσο, αρκετοί στη ΝΔ εκτιμούν ότι αυτή η στρατηγική έχει όρια. Αν οι παρεμβάσεις του πρώην πρωθυπουργού πολλαπλασιαστούν ή αποκτήσουν οργανωμένα χαρακτηριστικά, η σιωπή μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία. Η δεύτερη επιλογή είναι η ανοιχτή σύγκρουση.

Μια τέτοια επιλογή, όμως, κρύβει σοβαρούς κινδύνους. Διότι θα μετατρέψει τον Σαμαρά σε κεντρικό πόλο της πολιτικής αντιπαράθεσης και πιθανώς σε σημείο αναφοράς για ένα κομμάτι της συντηρητικής βάσης που αισθάνεται πολιτικά άστεγο.

Θα επανέλθει το επιχείρημα της «αποστασίας»;

Στο παρασκήνιο ήδη συζητείται το είδος των επιχειρημάτων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον του πρώην πρωθυπουργού σε περίπτωση κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης. Ένα από αυτά αφορά την περίοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη του 1993 και την πτώση της τότε κυβέρνησης της ΝΔ, ένα ιστορικό γεγονός που οι πολιτικοί αντίπαλοι του Σαμαρά συνδέουν με την ίδρυση της Πολιτικής Άνοιξης.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι, αν υπάρξει μετωπική σύγκρουση, θα επιχειρηθεί να ανασυρθεί το αφήγημα της «αποστασίας», με στόχο να παρουσιαστεί ο πρώην πρωθυπουργός ως παράγοντας διασπάσεων στη δεξιά παράταξη. Άλλοι, ωστόσο, προειδοποιούν ότι μια τέτοια στρατηγική μπορεί να αποδειχθεί μπούμερανγκ.

Και αυτό γιατί μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων που ακούει σήμερα με ενδιαφέρον τις παρεμβάσεις Σαμαρά δεν ενδιαφέρεται για τις εσωκομματικές συγκρούσεις του παρελθόντος, αλλά για τα σημερινά πολιτικά διακυβεύματα. Πρακτικά το Μέγαρο Μαξίμου δεν έχει καμία απολύτως γραμμή άμυνας σε περίπτωση που ο πρώην πρωθυπουργός αποφασίσει να ανακοινώσει την ίδρυση κόμματος.

Ο φόβος της χαμένης αυτοδυναμίας

Στην πραγματικότητα, το βασικό πρόβλημα για τη ΝΔ δεν είναι ο ίδιος ο Σαμαράς, αλλά η αριθμητική. Αν ένα νέο πολιτικό σχήμα ή μια πιο οργανωμένη πολιτική παρέμβαση κατορθώσει να προσελκύσει έστω ένα μέρος των απογοητευμένων κεντροδεξιών ψηφοφόρων, τότε οι πιθανότητες αυτοδυναμίας μειώνονται δραστικά. Οι εκλογές δεν θα κρίνονται πλέον από το ποιος θα κερδίσει το κέντρο, αλλά από το ποιος θα ελέγξει τον χώρο δεξιότερα της ΝΔ.

Γι’ αυτό και οι τελευταίες κινήσεις του πρώην πρωθυπουργού παρακολουθούνται με ιδιαίτερη προσοχή στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Διότι για πρώτη φορά μετά από χρόνια, στο εσωτερικό της παράταξης συζητείται σοβαρά ένα σενάριο που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδιανόητο: Ότι η μεγαλύτερη απειλή για τη Νέα Δημοκρατία δεν βρίσκεται απέναντί της, αλλά προέρχεται από το ίδιο το πολιτικό της ακροατήριο.

Και τότε, το σύνθημα της αυτοδυναμίας που κυριάρχησε επί χρόνια στο γαλάζιο στρατόπεδο ίσως μετατραπεί σε μια πολιτική ανάμνηση που απομακρύνεται, όσο η δεξιά πολυκατοικία αναζητεί νέες ισορροπίες και νέους εκφραστές.

Διαβάστε ακόμη: