Με μισθούς που θα ξεκινούν από τον βασικό και θα φτάνουν μέχρι τις 2.500 ευρώ θέλουν να κινηθούν οι τράπεζες μέσα στην επόμενη τριετία.

Οι εθελουσίες έξοδοι όπως αυτή της Alpha Bank που ανακοινώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα , θα συνεχιστούν και στις υπόλοιπες συστημικές τράπεζες.

Μπορεί τα ποσά που δίνονται για την εφάπαξ έξοδο ή για τα Sabbatical (οι εργαζόμενοι πληρώνονται το 60-70% του μισθού χωρίς να δουλεύουν μέχρι να φτάσουν στην σύνταξη) να μοιάζουν απλησίαστα για τον μέσο εργαζόμενο στην Ελλάδα, αλλά ουσιαστικά θα πρέπει να τα υπολογίσουμε με τον συμψηφισμό ότι οι εργαζόμενοι που φεύγουν θα αναγκαστούν να πάνε σε άλλες δουλειές για καμιά δεκαετία με τριψήφιους μισθούς.

Ο ψηφιακός μετασχηματισμός

Για τις τράπεζες, η περίοδος των μεγάλων κερδοφοριών, επιτρέπει να προχωρήσουν οι εθελούσιες έξοδοι μέχρι να μειωθεί το κατα κεφαλή μισθολογικό κόστος στα επίπεδα λίγο πάνω από τον βασικό μισθό.

Με απλά λόγια, οι τράπεζες θέλουν να φύγουν οι υψηλόμισθοι εργαζόμενοι που είναι γύρω και πάνω από τα 50 και να πάρουν την θέση τους με πολύ μικρότερους μισθούς οι 35-40άρηδες.

Ταυτόχρονα, η ψηφιοποίηση εργασιών θα οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση του κόστους εργασίας και πολλές θέσεις εργασίας θα αντικατασταθούν από τις ψηφιακές εργασίες.

Ήδη τα ταμεία στις τράπεζες έχουν μειωθεί σε 1 ή 2 ανά κατάστημα. Τα καταστήματα έχουν μειωθεί περίπου 60-70% σε σχέση μ’ αυτά που υπήρχαν το 2008 και ανάλογα έχουν μειωθεί και οι τραπεζουπάλληλοι.

Ο βασικός στόχος και των 4 συστημικών τραπεζών είναι ότι μέχρι το 2030, το λειτουργικό κόστος των τραπεζών τους να μην υπερβαίνει το 20-30% των συνολικών εσόδων τους.

Μία κίνηση που φαίνεται ότι θα αυξήσει ακόμη περισσότερα τα περιθώρια κέρδους των ελληνικών τραπεζών.

Οι ερωτήσεις των ξένων επενδυτών στο Λονδίνο και στη Ν. Υόρκη

Στα πρόσφατα roadshows που έγιναν στο Λονδίνο και στη Ν. Υόρκη, οι ξένοι επενδυτές ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες που κινείται το λειτουργικό κόστος σε συνδυασμό με τα οργανικά κέρδη.

Από εκεί και πέρα, οι ελληνικές τράπεζες εκτιμάται ότι θα φτάσουν μέχρι και το 2028-2030 στο υψηλότερο επίπεδο κερδοφορίας του, εάν και εφ’ όσον συνεχιστούν οι ρυθμοί οικονομικής και επιχειρηματικής ανάπτυξης στην Ελλάδα.

Διαβάστε ακόμη: