Να περιορίσουν τη φοροδιαφυγή και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος επιχειρούν οι φορολογικές διοικήσεις των χωρών-μελών της Ε.Ε. και του ΟΟΣΑ μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών – στοιχείων για τα κρυπτονομίσματα.

Mε την κύρωση της Πολυμερούς Συμφωνίας Αρμοδίων Αρχών για την Αυτόματη Ανταλλαγή, η ΑΑΔΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση διαβίβασης σχετικών δεδομένων στις αρμόδιες αρχές των άλλων χωρών.

Ουσιαστικά η πρώτη διαβίβαση για την Ελλάδα θα γίνει το 2027, αφού προηγουμένως οι πάροχοι ενημερώσουν, υποχρεωτικά, την ΑΑΔΕ για τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που κατέχουν ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία. Οπως αναφέρουν από το οικονομικό επιτελείο, πρόκειται για το πρώτο βήμα στην κατεύθυνση ελέγχου και φορολόγησης των κεφαλαίων που επενδύονται σε κρυπτονομίσματα.

Η ανταλλαγή των στοιχείων μεταξύ των κρατών αποσκοπεί στην πάταξη της φοροδιαφυγής και του ξεπλύματος βρώμικου χρήματος, καθώς οι φορολογικές αρχές κάθε χώρας θα διασταυρώνουν εάν τα ποσά που φέρεται να επένδυσε σε κρυπτονομίσματα κάποιος φορολογούμενος πολίτης προέρχονται από δηλωμένα εισοδήματα.

Στην περίπτωση που εντοπιστεί ότι το ποσό της αρχικής επένδυσης δεν καλύπτεται από δηλωθέντα εισοδήματα, τότε θα αντιμετωπίζει κατηγορίες φοροδιαφυγής και ποινικές διώξεις για ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Το σχέδιο νόμου που ψηφίσθηκε τις προηγούμενες μέρες από τη Βουλή προσδιορίζει τις πληροφορίες που θα πρέπει να αποστέλλουν οι πάροχοι, οι οποίες και θα διαβιβάζονται στις φορολογικές αρχές που έχουν επίσης υιοθετήσει τις οδηγίες της Ε.Ε. Οι πληροφορίες αυτές είναι:

– Το όνομα, η διεύθυνση, η δικαιοδοσία κατοικίας, ο ΑΦΜ και η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης (στην περίπτωση φυσικού προσώπου).

– Η επωνυμία, η διεύθυνση και ο αριθμός αναγνώρισης του δηλούντος παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

– Κάθε είδος σχετικού κρυπτοστοιχείου σε σχέση με το οποίο ο δηλών πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχει πραγματοποιήσει συναλλαγές κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου αναφοράς.

– Η πλήρης ονομασία του είδους του σχετικού κρυπτοστοιχείου.

– Το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι παραστατικού νομίσματος.

– Το συνολικό ακαθάριστο ποσό που εισπράχθηκε.

– Ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι παραστατικού νομίσματος.

– Η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών σε σχέση με αποκτήσεις έναντι άλλων σχετικών κρυπτοστοιχείων.

– Η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών σε σχέση με εκποιήσεις έναντι άλλων σχετικών κρυπτοστοιχείων.

– Η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των δηλωτέων συναλλαγών πληρωμών λιανικής.

– Η συνολική πραγματική εμπορική αξία, ο συνολικός αριθμός μονάδων και ο αριθμός των σχετικών συναλλαγών, και υποδιαιρούμενα ανά τύπο μεταφοράς, εφόσον είναι γνωστός στον δηλούντα πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Παρά το γεγονός ότι εδώ και δύο χρόνια έχει συσταθεί επιτροπή για την αντιμετώπιση των κρυπτονομισμάτων, ακόμα δεν έχει εκδοθεί κάποια έκθεση και ως εκ τούτου δεν τίθεται κανένα θέμα φορολόγησής τους, παρά το γεγονός ότι πολλοί επενδυτές τα δηλώνουν, έπειτα από επισημάνσεις των λογιστών τους, στο Ε1 (φορολόγηση της υπεραξίας από κέρδη). Ωστόσο, προς το παρόν η κίνηση αυτή δεν έχει κανένα νόημα καθώς για την εφορία είναι «αόρατα».

Οπως προαναφέρθηκε, σήμερα δεν υπάρχει φορολογικό πλαίσιο για τη φορολόγηση της υπεραξίας που προκύπτει από την πώληση κρυπτονομισμάτων, γεγονός που καθιστά αδύνατη τη χρήση των κερδών επισήμως από τους επενδυτές.

Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν για να αγοράσουν, για παράδειγμα, οτιδήποτε μεγάλης αξίας που πληρώνεται μέσω καρτών ή τραπεζικού συστήματος.

Διαβάστε ακόμη: