Η ελληνική οικονομία θα επηρεαστεί από τη διεθνή αστάθεια και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, όπως επιβεβαίωσε μέσω των προβλέψεών της για το 2026 η Τράπεζα της Ελλάδος, σημειώνοντας ότι ξεκινά από ισχυρότερη θέση σε σύγκριση με προηγούμενες κρίσεις. Ο διοικητής της ΤΤΕ Γιάννης Στουρνάρας υπογράμμισε ότι τυχόν μέτρα της κυβέρνησης για την αναχαίτιση των επιπτώσεων θα πρέπει να είναι μόνο στοχευμένα και προσωρινά, καθώς και ότι κρίσιμος παράγοντας για την ανθεκτικότητα της οικονομίας παραμένει η πολιτική σταθερότητα.
Στην έκθεση του διοικητή που παρουσιάστηκε χθες, η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,9% το 2026, από 2,1% το 2025, αλλά και έναντι προηγούμενης πρόβλεψης επίσης για 2,1%. Στο πεδίο του πληθωρισμού «βλέπει» σημαντική επιτάχυνση στο 3,1% το 2026, από 2,9% το 2025 και από 2,1% που ανέμενε στην ενδιάμεση έκθεση του Δεκεμβρίου.
Οι λόγοι που επικαλέστηκε ο κ. Στουρνάρας για την υποβάθμιση των προβλέψεων είναι κυρίως οι υψηλότερες τιμές ενέργειας, οι οποίες αναμένεται να αυξήσουν τον πληθωρισμό και να επιβαρύνουν το διαθέσιμο εισόδημα, περιορίζοντας τη δυναμική της κατανάλωσης.
Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα παραμείνουν ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης, με προβλεπόμενη αύξηση 8,8% και στήριξη από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης, την πιστωτική επέκταση και τις ξένες άμεσες επενδύσεις. Η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να συνεχίσει να αυξάνεται, αν και με ηπιότερο ρυθμό της τάξεως του 1,9% το 2026, ενώ στην αγορά εργασίας οι προοπτικές παραμένουν θετικές, με περαιτέρω υποχώρηση της ανεργίας στο 8,2%.
Για τα δημοσιονομικά μεγέθη η ΤΤΕ προβλέπει ότι θα παραμείνουν σε υγιή επίπεδα, με το πρωτογενές πλεόνασμα να διαμορφώνεται στο 3,2% του ΑΕΠ και το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα να παραμένει οριακά πλεονασματικό στο 0,2% του ΑΕΠ το 2026. Σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση του διοικητή, το χρέος αναμένεται να συνεχίσει την πτωτική πορεία του κατά επιπλέον 8,4 ποσοστιαίες μονάδες, στο 137,7% του ΑΕΠ.
Οι προβλέψεις δεν δείχνουν εκτροχιασμό της πορείας της ελληνικής οικονομίας, η οποία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη. Ωστόσο, όπως προειδοποίησε η ΤΤΕ, η πιθανότητα δυσμενέστερων εξελίξεων είναι πλέον αυξημένη αν οι γεωπολιτικές εντάσεις κλιμακωθούν ή παραταθεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Επίσης, έκανε λόγο για προκλήσεις και στο εσωτερικό, όπως τυχόν επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων, μια «σφιχτή» αγορά εργασίας, φυσικές καταστροφές ή βραδύτερη απορρόφηση των κοινοτικών κονδυλίων.
Καλύτερη αφετηρία
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισήμανε πάντως ότι η ελληνική οικονομία ξεκινά από ισχυρότερη θέση σε σύγκριση με παλαιότερες κρίσεις. Ενδεικτικά είναι τα μεγέθη του 2025, με την ΤΤΕ να εκτιμά ότι η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,1%. Μάλιστα η σύνθεση της ανάπτυξης παρουσίασε ποιοτική αναβάθμιση, καθώς η συμβολή των επενδύσεων υπερέβη εκείνη της ιδιωτικής κατανάλωσης, που επίσης συνέχισε να αυξάνεται. Ειδικότερα, το ποσοστό των επενδύσεων προς το ΑΕΠ έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 16 ετών.
Σύμφωνα πάντοτε με την έκθεση του διοικητή, η οικονομία είναι παράλληλα καλύτερα θωρακισμένη λόγω της βελτίωσης των δημοσιονομικών μεγεθών, της συνεχιζόμενης αποκλιμάκωσης του χρέους και των θετικών επιδόσεων του τραπεζικού συστήματος. «Η ανθεκτικότητα αυτή αποτελεί κρίσιμη παρακαταθήκη για την ελληνική οικονομία», είπε ο κ. Στουρνάρας, προειδοποιώντας όμως ότι «δεν επιτρέπει εφησυχασμό», καθώς οι εξωτερικοί κίνδυνοι παραμένουν αυξημένοι και οι εγχώριες προκλήσεις σημαντικές.
Η καλύτερη αφετηρία αποτυπώνεται και στα δημόσια οικονομικά. Το 2025 εκτιμάται ότι έκλεισε με νέα υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων και υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα 4,4% του ΑΕΠ, ενισχύοντας τα περιθώρια διαχείρισης κραδασμών. Ωστόσο, η ΤΤΕ τονίζει ότι οποιαδήποτε παρέμβαση θα πρέπει να είναι «στοχευμένη, προσωρινή και πλήρως συμβατή με τη διατήρηση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας», με στόχευση στις πλέον ευάλωτες εισοδηματικές ομάδες και επιχειρήσεις.
Συνολικά, η κεντρική τράπεζα χαρακτηρίζει αναγκαία τη συνέχιση μιας συνεκτικής οικονομικής πολιτικής, μεταξύ άλλων με έμφαση στις επενδύσεις, στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στη μείωση του ελλείμματος του εξωτερικού ισοζυγίου.
Τέλος, ο κ. Στουρνάρας ανέδειξε την αξία της πολιτικής σταθερότητας σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, λέγοντας ότι αποτελεί «κλειδί» για την ανθεκτικότητα της οικονομίας. «Η εμπειρία των τελευταίων ετών καταδεικνύει ότι η πολιτική σταθερότητα και ένα προβλέψιμο θεσμικό περιβάλλον είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση της μακροοικονομικής ισορροπίας και για την αποτελεσματική διαχείριση εξωγενών κρίσεων», είπε.
