Οι τράπεζες σε παγκόσμιο επίπεδο ανακοίνωσαν τα πρώτα τους οικονομικά αποτελέσματα μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Η Morningstar DBRS έθεσε στο «μικροσκόπιο» τις προβλέψεις τους που σχετίζονται με τη σύγκρουση, προκειμένου να αξιολογήσει τις εκτιμήσεις τους για τη μελλοντική ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού.
Το δείγμα της DBRS περιλαμβάνει συστημικές τράπεζες από τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ευρώπη, την Αυστραλία και την Ιαπωνία. Τα βασικά συμπεράσματα έχουν ως εξής:
- Οι διεθνείς τράπεζες έχουν αρχίσει να αποτυπώνουν τη σύγκρουση της Μέσης Ανατολής στις προβλέψεις τους για ζημίες από δάνεια, ωστόσο η προσέγγισή τους υποδηλώνει λήψη προληπτικών μέτρων και όχι κατάσταση πίεσης (stress).
- Οι ευρωπαϊκές και οι αυστραλιανές τράπεζες εμφανίζονται οι πλέον προνοητικές, ενώ οι τράπεζες των ΗΠΑ και του Καναδά παρουσιάζουν περιορισμένο άμεσο αντίκτυπο.
- Παρά τους αυξανόμενους γεωπολιτικούς κινδύνους, οι πιστωτικοί δείκτες σε όλες τις περιοχές παραμένουν σε γενικές γραμμές σταθεροί μέχρι στιγμής, στηρίζοντας μια λελογισμένη και forward-looking προσέγγιση σχηματισμού προβλέψεων.
«Μέχρι στιγμής, τα οικονομικά σενάρια των διεθνών τραπεζών αποτυπώνουν μόνο μια ήπια επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών», δήλωσε η Sonja Förster, CFA, Senior Vice President στον τομέα Αξιολόγησης Ευρωπαϊκών Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων. «Καθώς η σύγκρουση διαρκεί περισσότερο από ό,τι αρχικά αναμενόταν, προβλέπουμε ότι περισσότερες τράπεζες ενδέχεται να προσαρμόσουν τα οικονομικά τους μοντέλα», πρόσθεσε.
Απόκλιση στις αντιδράσεις των τραπεζών
Οι τράπεζες συνήθως σχηματίζουν προβλέψεις για γεγονότα αυτής της φύσης μέσω συλλογικά αξιολογούμενων προβλέψεων (CAPs) ή μέσω διοικητικών προσαρμογών (management overlays). Οι συλλογικές προβλέψεις (CAPs) καθορίζονται από μεταβολές σε βασικές παραμέτρους εντός των οικονομικών μοντέλων.
Στην περίπτωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, οι πιο συχνά τροποποιημένες παραδοχές περιλαμβάνουν τις υψηλότερες τιμές πετρελαίου, τον αυξημένο πληθωρισμό, τα υψηλότερα επιτόκια και την ασθενέστερη ανάπτυξη του ΑΕΠ. Εκτός από τις προσαρμογές των μοντέλων, οι τράπεζες ενδέχεται επίσης να αναθεωρήσουν τους συντελεστές βαρύτητας που αποδίδονται σε διάφορα οικονομικά σενάρια, με αρκετά ιδρύματα να αυξάνουν τη βαρύτητα των δυσμενών τους σεναρίων. Τέλος, οι τράπεζες μπορούν να εφαρμόσουν διοικητικές προσαρμογές (management overlays) για να δημιουργήσουν προβλέψεις πέραν των αποτελεσμάτων των μοντέλων, όταν υιοθετούν μια πιο προσεκτική στάση.
Συνολικά, οι αναφορές των τραπεζών δείχνουν απόκλιση στις αντιδράσεις εντός του κλάδου. Ορισμένες τράπεζες σε χώρες που είναι πιο ευάλωτες σε σοκ τιμών και εφοδιασμού ενέργειας έχουν ενσωματώσει άμεσα τη γεωπολιτική πίεση στις αποφάσεις τους για τις προβλέψεις, παρόλο που η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού παραμένει σε γενικές γραμμές ανθεκτική. Οι ευρωπαϊκές και οι αυστραλιανές τράπεζες φαίνεται να είναι οι πλέον προνοητικές στην αντιμετώπιση πιθανών πιστωτικών κινδύνων που σχετίζονται με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, προσαρμόζοντας συχνότερα τις οικονομικές τους προβλέψεις, αυξάνοντας τη βαρύτητα των δυσμενών σεναρίων και κάνοντας χρήση διοικητικών προσαρμογών.
Στις ΗΠΑ και τον Καναδά, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή δεν έχουν επηρεάσει αισθητά τις τάσεις των προβλέψεων σε αυτό το στάδιο. Αντίθετα, όλες οι ιαπωνικές τράπεζες επικαιροποίησαν τα οικονομικά τους μοντέλα για να αποτυπώσουν την αυξημένη αβεβαιότητα, η οποία εν μέρει πυροδοτήθηκε από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.
Μέχρι στιγμής, τα οικονομικά σενάρια των διεθνών τραπεζών αποτυπώνουν μόνο μια ήπια επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών. Καθώς η σύγκρουση διαρκεί περισσότερο από ό,τι αρχικά αναμενόταν, η DBRS προβλέπει ότι περισσότερες τράπεζες ενδέχεται να προσαρμόσουν τα οικονομικά τους μοντέλα. Ωστόσο, οποιαδήποτε αύξηση των προβλέψεων είναι πιθανό να είναι σταδιακή και να μην επηρεάσει ουσιαστικά την κερδοφορία των τραπεζών.
Ευρώπη
Οι περισσότερες ευρωπαϊκές τράπεζες έλαβαν υπόψη τους τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή στις προβλέψεις τους για ζημίες από δάνεια (LLPs) για το πρώτο τρίμηνο του 2026, αλλά με διαφορετικές προσεγγίσεις. Μεταξύ των 20 μεγαλύτερων τραπεζών του δείγματος της DBRS, οι 10 αύξησαν τις συνολικές τους προβλέψεις (LLPs) το πρώτο τρίμηνο του 2026 σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2025, τέσσερις δεν μετέβαλαν ουσιαστικά τις προβλέψεις τους και οι υπόλοιπες έξι τις μείωσαν. Οι τράπεζες του Ηνωμένου Βασιλείου κατέγραψαν τη σημαντικότερη αύξηση προβλέψεων, με τέσσερις από τις πέντε βρετανικές τράπεζες του δείγματος να αποδίδουν την αύξηση αυτή στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, ο αντίκτυπος παραμένει διαχειρίσιμος, με το συνολικό κόστος κινδύνου (cost of risk) να μην υπερβαίνει συνήθως τις 50 μονάδες βάσης επί του συνόλου των ανεξόφλητων δανείων.
Οι ευρωπαϊκές τράπεζες χρησιμοποίησαν διοικητικές προσαρμογές (management overlays), επικαιροποιημένες οικονομικές προοπτικές και υψηλότερους συντελεστές βαρύτητας για τα δυσμενή σενάριά τους. Η ING Group και η Deutsche Bank αύξησαν επίσης τις διοικητικές τους προσαρμογές, ενώ η ABN AMRO Bank αύξησε τη βαρύτητα του δυσμενούς σεναρίου της και προσάρμοσε τα οικονομικά της μοντέλα, αν και ο αντίκτυπος στο συνολικό κόστος κινδύνου παρέμεινε συγκρατημένος. Ορισμένες τράπεζες που εμφάνισαν σταθερές ή χαμηλότερες προβλέψεις προχώρησαν παρ’ όλα αυτά σε προληπτικά μέτρα που σχετίζονται με τη Μέση Ανατολή, αλλά είτε οι προβλέψεις αντισταθμίστηκαν από απελευθερώσεις (releases) προβλέψεων σε άλλους τομείς, είτε οι τράπεζες έκριναν ότι οι υφιστάμενες διοικητικές τους προσαρμογές ήταν επαρκείς.
Μόνο λίγες τράπεζες στο δείγμα δεν αναφέρθηκαν στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων δύο ιταλικών τραπεζών και μίας ισπανικής. Συνολικά, η DBRS σημειώνει ότι η σύγκρουση δεν είχε σημαντικό αντίκτυπο στο κόστος κινδύνου των ευρωπαϊκών τραπεζών, αλλά οι περισσότερες τράπεζες έχουν ενσωματώσει στα σενάριά τους μια έγκαιρη επίλυση της σύγκρουσης, κάτι που δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί.
ΗΠΑ
Οι αμερικανικές τράπεζες διατήρησαν μια σταθερή στάση όσον αφορά τις προβλέψεις για πιστωτικούς κινδύνους καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εντάθηκε, με τις γνωστοποιήσεις του πρώτου τριμήνου να δείχνουν ελάχιστα στοιχεία αντιδραστικής δημιουργίας αποθεματικών. Τα αμερικανικά πιστωτικά ιδρύματα διατήρησαν σταθερά τα αποθεματικά τους για ζημίες από δάνεια σε τριμηνιαία βάση στο 1,52% των δανείων το πρώτο τρίμηνο του 2026, σημειώνοντας μικρή μείωση από 1,63% έναν χρόνο νωρίτερα.
Οι καθαρές διαγραφές (net charge-offs) παρέμειναν συγκρατημένες στο 0,45%. Οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων στοιχείων ενεργητικού (NPAs) ήταν εξίσου σταθεροί, στο 0,65%, υπογραμμίζοντας τα συνεπή μηνύματα των διοικήσεων στις τηλεδιασκέψεις αποτελεσμάτων: ο γεωπολιτικός κίνδυνος έχει αυξηθεί, αλλά δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ορατή, ευρείας κλίμακας πιστωτική επιδείνωση. Σε ένα περιβάλλον ισχυρής αγοράς εργασίας, υγιών ισολογισμών των καταναλωτών και στέρεης εταιρικής κερδοφορίας, οι περισσότερες τράπεζες ανέφεραν ότι δεν έχουν αλλάξει τα βασικά μακροοικονομικά τους σενάρια.
Τα μέτρα μετριασμού του κινδύνου περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε ήπιες ποιοτικές διοικητικές προσαρμογές (management overlays) και όχι σε εμφανείς αυξήσεις των γενικών αποθεματικών. Μάλιστα, η JPMorgan Chase έδειξε μια στάση αναμονής («wait-and-see») στις αναφορές της, αναγνωρίζοντας δευτερογενείς επιπτώσεις όπως η μεταβλητότητα των τιμών του πετρελαίου, τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα (logistics) και οι πιθανές πληθωριστικές επιδράσεις.
Οι περισσότερες αμερικανικές τράπεζες ανέφεραν ότι παρακολουθούν στενά τις γεωπολιτικές εξελίξεις, βασιζόμενες στους ακόμα ευνοϊκούς πιστωτικούς δείκτες. Καθώς οι καθαρές διαγραφές κινούνται πτωτικά και η ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού παραμένει σταθερή, τα κεφάλαια συνεχίζουν να κατευθύνονται προς επενδύσεις στην τεχνολογία και αποδόσεις προς τους μετόχους, ενισχύοντας την άποψη ότι, προς το παρόν, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή παραμένει ένας κίνδυνος σε επίπεδο σεναρίου και όχι ένα γεγονός που επηρεάζει τον ισολογισμό των αμερικανικών τραπεζών.
Καναδάς
Οι μεγάλες καναδικές τράπεζες ανακοίνωσαν μια μικρή αύξηση στις συνολικές προβλέψεις για εξυπηρετούμενα δάνεια (performing loans) το πρώτο τρίμηνο του 2026. Αν και δεν αποτυπώθηκαν σημαντικές επιπτώσεις από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή στις προβλέψεις αυτές, μέρος της μέτριας ανόδου αποδόθηκε στις επιδεινούμενες μακροοικονομικές προοπτικές και στην αβεβαιότητα γύρω από τη διάρκεια του πολέμου. Οι τράπεζες συνεχίζουν να διατηρούν μεγάλα αποθεματικά το πρώτο τρίμηνο του 2026, γεγονός που αποδίδεται στην αβεβαιότητα που σχετίζεται με το εμπόριο, παρά το γεγονός ότι οι συνολικές πιστωτικές επιδόσεις παραμένουν σχετικά ανθεκτικές.
Ωστόσο, επεσήμαναν την αυξημένη αβεβαιότητα και παρακολουθούν τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένων των μακροοικονομικών ανησυχιών που θα μπορούσαν να αλλάξουν τις προοπτικές τους ως αποτέλεσμα μιας παρατεταμένης σύγκρουσης που θα ωθούσε τις τιμές της ενέργειας και τον πληθωρισμό υψηλότερα. Καθώς τα καναδικά νοικοκυριά εξακολουθούν να φέρουν υψηλά χρέη και είναι αντιμέτωπα με συνεχιζόμενες ανανεώσεις στεγαστικών δανείων που τιμολογούνται με υψηλότερα επιτόκια, η πίεση σε ορισμένες κατηγορίες πιο ευάλωτων δανειοληπτών είναι πιθανό να επιμείνει, ενώ οι προβλέψεις για επιχειρηματικά δάνεια αναμένεται να παραμείνουν ευμετάβλητες και ιδιοσυγκρασιακές.
Αυστραλία
Οι αυστραλιανές τράπεζες υιοθέτησαν μια πιο προσεκτική στάση έναντι του πιθανού πιστωτικού αντικτύπου από τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή, ενσωματώνοντας άμεσα τις επιπτώσεις της σύγκρουσης στα πλαίσια υπολογισμού των προβλέψεών τους. Αυτό οδήγησε σε αισθητά υψηλότερες προβλέψεις (LLPs) για τις National Australia Bank Limited (NAB), Westpac Banking Corporation (Westpac) και Commonwealth Bank of Australia (CBA). Η NAB προσδιόρισε τις πιθανές πιέσεις από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ως μοχλό για υψηλότερες συλλογικές προβλέψεις (CAPs), επικαλούμενη προσαρμογές στα οικονομικά της σενάρια —κυρίως την ασθενέστερη οικονομική ανάπτυξη και τα υψηλότερα επιτόκια. Η NAB εφάρμοσε επίσης στοχευμένες διοικητικές προσαρμογές σε κλάδους που αναμένεται να είναι περισσότερο εκτεθειμένοι σε ελλείψεις καυσίμων και πιέσεις κόστους.
Οι αυξήσεις των CAPs των Westpac και CBA προήλθαν εν μέρει από την αποδυνάμωση των οικονομικών παραμέτρων στα βασικά τους σενάρια, ενώ οι τράπεζες αύξησαν τη σφοδρότητα του δυσμενούς τους σεναρίου επιπλέον των διοικητικών προσαρμογών. Εν τω μεταξύ, η ANZ έλαβε ρητά υπόψη της τους καθοδικούς κινδύνους (downside risks) από τη σύγκρουση, αλλά οι συνολικές προβλέψεις (LLPs) της τράπεζας μειώθηκαν στο τέλος Μαρτίου του 2026 σε τριμηνιαία βάση, λόγω βελτιώσεων σε άλλα τμήματα του χαρτοφυλακίου της. Παρά τις σημαντικές αυξήσεις, το κόστος κινδύνου παρέμεινε κάτω από τις 20 μονάδες βάσης για όλες τις αυστραλιανές τράπεζες.
Ιαπωνία
Η Ιαπωνία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής και οι ιαπωνικές επιχειρήσεις ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με ελλείψεις στον εφοδιασμό και υψηλότερο κόστος εάν η κρίση συνεχιστεί. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, μόνο η Sumitomo Mitsui Banking Corporation ανακοίνωσε τριμηνιαία αύξηση του κόστους κινδύνου στις 55 μονάδες βάσης το πρώτο τρίμηνο του 2026 από 42 μονάδες βάσης το τέταρτο τρίμηνο του 2025, καθώς η τράπεζα σχημάτισε αποθεματικό ύψους 65 δισεκατομμυρίων γιεν για κινδύνους που σχετίζονται με τη Μέση Ανατολή.
Το κόστος της MUFG Bank βελτιώθηκε ελαφρώς σε τριμηνιαία βάση, υποχωρώντας στις 41 μονάδες βάσης. Η τράπεζα δεν παρείχε τριμηνιαία ανάλυση για τις προβλέψεις, αλλά ανέφερε διοικητικές προσαρμογές (overlays) σχετικές με το γεωπολιτικό περιβάλλον ύψους 24 δισεκατομμυρίων γεν για ολόκληρο το έτος που λήγει τον Μάρτιο του 2026. Τέλος, η Mizuho Bank κατέγραψε forward-looking προβλέψεις ύψους 55 δισεκατομμυρίων γιεν.
Διαβάστε ακόμη:
- Deutsche Bank: «Χάλκινο» για το ελληνικό Xρηματιστήριο τον Μάιο με άνοδο 8,4%
- SoftBank: Εκθρονίζει την Toyota και γίνεται η πολυτιμότερη εταιρεία της Ιαπωνίας
- Αριάνα Γκράντε: Αυτό είναι το μυθικό σπίτι όπου έμενε για το «Wicked» και πωλείται
- Γιώργος Μαζωνάκης: Με τραύματα στο πρόσωπο, η φωτογραφία που δημοσίευσε
