Αναβαθμίσεις και στις προοπτικές των τραπεζών φέρνει η απόφαση της Moody’s να αναθεωρήσει τις προοπτικές της πιστοληπτικής αξιολόγησης Baa3 της Ελλάδας σε θετικές, το βράδυ της Παρασκευής. Έπειτα από τη χθεσινή ανακοίνωσή του για αναβάθμιση των προοπτικών της μακροπρόθεσμης αξιολόγησης καταθέσεων Baa1 της Eurobank σε θετικές, ο οίκος επανέρχεται σήμερα, με την ίδια κίνηση και στην Εθνική Τράπεζα.
Η Moody’s σημειώνει ότι μια αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας θα μπορούσε να αναβαθμίσει τις αξιολογήσεις και των τραπεζών, εφόσον διατηρήσουν την ισχυρή κερδοφορία και την καλή ποιότητα του ενεργητικού τους κατά τους επόμενους 12-18 μήνες.
Ειδικότερα, η Moody’s επιβεβαιώνει την μακροπρόθεσμη αξιολόγηση καταθέσεων της Εθνικής Τράπεζας στο Baa1 και αναθεωρεί τις προοπτικές της σε θετικές, από σταθερές.
Όπως σημειώνουν οι αναλυτές του οίκου, η Εθνική Τράπεζα παρουσιάζει ισχυρή, επαναλαμβανόμενη κερδοφορία, υψηλά επίπεδα κεφαλαίων, ευνοϊκή ποιότητα ενεργητικού και ανώτερο προφίλ ρευστότητας.
Ωστόσο, η αξιολόγηση Baa3 της Ελλάδας εξακολουθεί να λειτουργεί περιοριστικά για το πιστωτικό προφίλ της τράπεζας, λόγω της πολύ υψηλής έκθεσής της στο ελληνικό κράτος.
Έτσι, η πρόσφατη αναβάθμιση των προοπτικών της Ελλάδας σε θετικές επιδρά ευνοϊκά στον δείκτη αυτόνομης πιστοληπτικής ικανότητας (BCA) της τράπεζας, ενώ οι σταθερά ισχυρές οικονομικές της επιδόσεις εξακολουθούν να στηρίζουν το πιστωτικό της προφίλ.
Η αξιολόγηση της Εθνικής στηρίζεται περαιτέρω από τα ισχυρά επίπεδα κεφαλαίων, με τον δείκτη CET1 στο 17,3% τον Ιούνιο του 2026, επίπεδο που υπερβαίνει άνετα τον εσωτερικό στόχο της τράπεζας (περίπου 13%), παρέχοντας σημαντικό «μαξιλάρι» για την απορρόφηση ζημιών και στηρίζοντας τη συνεχιζόμενη επέκταση του ισολογισμού καθώς και ενδεχόμενες στρατηγικές εξαγορές. Ωστόσο, η ποιότητα των κεφαλαίων της τράπεζας περιορίζεται εν μέρει από το σημαντικό απόθεμα αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs), το οποίο αντιστοιχούσε σε περίπου 38% των κεφαλαίων CET1 τον Ιούνιο του 2026. Έχοντας μειωθεί από το 46% τον Ιούνιο του 2025, ακολουθεί επιταχυνόμενη πτωτική πορεία.
Η φερεγγυότητα της τράπεζας υποστηρίζεται επίσης από την υψηλή ποιότητα του ενεργητικού της. Ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) διαμορφώθηκε σε χαμηλά και σταθερά επίπεδα, στο 2,4%, τον Ιούνιο του 2026. Το ποσοστό κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων ήταν ιδιαίτερα υψηλό, στο 105%, παρέχοντας σημαντική προστασία έναντι ενδεχόμενης επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας. Το κόστος κινδύνου της τράπεζας μειώθηκε στις 38 μονάδες βάσης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, από 43 μονάδες βάσης ένα έτος νωρίτερα, αντανακλώντας τη διατήρηση ευνοϊκών τάσεων ως προς την ποιότητα του ενεργητικού.
Η Moody’s βλέπει επίσης στην Εθνική Τράπεζα εξαιρετική ρευστότητα και προφίλ χρηματοδότησης, με τον δείκτη δανείων προς καταθέσεις στο 67% τον Ιούνιο του 2026, τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας στο 227% και τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης στο 143%. Οι καταθέσεις πελατών αντιπροσώπευαν περίπου το 91% της συνολικής καθαρής χρηματοδότησης της τράπεζας, συμβάλλοντας στη διατήρηση χαμηλού και σταθερού κόστους χρηματοδότησης.
Eurobank: Ισχυρά κέρδη και γεωγραφική διαφοροποίηση
Στην περίπτωση της Eurobank, η Moody’s διαπιστώνει ισχυρά και γεωγραφικά διαφοροποιημένα κέρδη, σταθερή ποιότητα ενεργητικού και υγιή κεφαλαιακή διάρθρωση, προσθέτει ωστόσο ότι το πιστωτικό προφίλ της τράπεζας περιορίζεται από την έκθεσή της στο ελληνικό κράτος.
Η κερδοφορία της Eurobank χαρακτηρίζεται ισχυρή, με ετησιοποιημένη απόδοση επί των ενσώματων ιδίων κεφαλαίων ύψους 16,6% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, με τη βοήθεια της αύξησης 13,5% στα έσοδα από προμήθειες και της συνετής διαχείριση του κόστους (με τον δείκτη κόστους προς έσοδα στο 37%).
Οι δραστηριότητες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη (κυρίως μέσω των θυγατρικών της στην Κύπρο και τη Βουλγαρία) συνέβαλαν κατά 46% στα καθαρά κέρδη του ομίλου, προσφέροντας διαφοροποίηση των πηγών κερδοφορίας.
Η τράπεζα χαρακτηρίζεται κεφαλαιακά εύρωστη, με τον δείκτη CET1 σε pro forma βάση στο 15,4% τον Ιούνιο του 2026 να υπερβαίνει τόσο την απαίτηση του 10,7% όσο και τον στόχο της διοίκησης για 13%. Ωστόσο, ο αναβαλλόμενος φόρος, ο οποίος αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 29% των κεφαλαίων CET1, αποδυναμώνει εν μέρει την ποιότητα των κεφαλαίων.
Η ποιότητα του ενεργητικού παραμένει ισχυρή, με τον δείκτη των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) να υποχωρεί στο 2,5% τον Ιούνιο του 2026, από 2,8% ένα έτος νωρίτερα. Ο περιορισμένος σχηματισμός νέων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και η κάλυψη μέσω προβλέψεων της τάξης του 82% ενισχύουν τη φερεγγυότητα, ενώ το κόστος κινδύνου διαμορφώθηκε στις 53 μονάδες βάσης, πλησιάζοντας τον στόχο της τράπεζας για 50 μονάδες βάσης.
Άνετα χαρακτηρίζονται επίσης τα επίπεδα ρευστότητας και χρηματοδότησης. Τον Ιούνιο του 2026, ο καθαρός δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώθηκε περίπου στο 66%, ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας ανήλθε στο 174%, ενώ τα υψηλής ποιότητας ρευστοποιήσιμα στοιχεία ενεργητικού αποτελούσαν περίπου το 22% του συνολικού ενεργητικού. Ο δείκτης MREL, στο 31,3%, υπερέβαινε τον στόχο του 28%.