Με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%, οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα κινούνται σε τροχιά προσέγγισης του κυβερνητικού στόχου για μέσο μισθό 1.500 ευρώ έως το 2027. Ωστόσο, το 2026 διαμορφώνεται ως χρονιά ισορροπιών, καθώς στις θετικές ενδείξεις προστίθενται διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, με αιχμή τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και τη στενότητα στην αγορά προσωπικού.
Την ίδια στιγμή, η κοινωνική συμφωνία κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων για ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και αύξηση της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις δημιουργεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο –αν αξιοποιηθεί– μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής μισθολογικών αυξήσεων.
Πού βρίσκονται σήμερα οι μισθοί
Ο μέσος μεικτός μισθός πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα κινείται ήδη ανοδικά. Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία:
- Την άνοιξη του 2024 διαμορφωνόταν περίπου στα 1.325 ευρώ.
- Τον Μάιο του 2025 ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης έφτασε τα 1.369 ευρώ.
- Με ρυθμούς αύξησης κοντά στο 5%, οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι έως την άνοιξη του 2026 θα μπορούσε να κινηθεί στα 1.460–1.470 ευρώ, εφόσον δεν υπάρξουν σοβαρές μακροοικονομικές ανατροπές.
Η εικόνα, ωστόσο, αλλάζει αισθητά όταν συνυπολογιστεί η μερική απασχόληση, καθώς ο συνολικός μέσος μισθός στον ιδιωτικό τομέα παραμένει χαμηλότερος, κοντά στα 1.190 ευρώ.
Οι τρεις πυλώνες του κυβερνητικού σχεδίου
Το σχέδιο για την αύξηση του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ έως το 2027 στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες:
- Διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, που λειτουργούν ως «βάση» για όλη τη μισθολογική κλίμακα.
- Επαναφορά των τριετιών, που ενισχύει τις αποδοχές εργαζομένων με προϋπηρεσία.
- Ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, με στόχο περισσότερες κλαδικές και επιχειρησιακές συμβάσεις.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η επιδίωξη μιας νέας «κοινωνικής συμφωνίας» στην αγορά εργασίας. Παρότι σήμερα η κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις παραμένει κάτω από 30%, η κυβέρνηση προσδοκά ότι μέσω ενός πολυετούς σχεδίου δράσης θα διευκολυνθεί η υπογραφή νέων συμφωνιών.
Περιορισμένη ακόμη η κάλυψη
Παρά τις προθέσεις, η σημερινή εικόνα δείχνει ότι ο δρόμος είναι μακρύς. Οι κλαδικές συμβάσεις παραμένουν λίγες, ενώ πολλές από τις υφιστάμενες λήγουν μέσα στο 2026. Η μεγαλύτερη κάλυψη καταγράφεται σε συγκεκριμένους κλάδους, όπως ο επισιτισμός, τα ξενοδοχεία και ο τραπεζικός τομέας, χωρίς όμως να αλλάζει ριζικά ο συνολικός χάρτης της αγοράς εργασίας.
Οι επιφυλάξεις της Τράπεζας της Ελλάδος
Σε πιο συγκρατημένο τόνο κινείται η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία προειδοποιεί ότι οι μισθολογικές αυξήσεις δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη άνοδο της παραγωγικότητας. Το γεγονός αυτό ενέχει κινδύνους για:
- την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας,
- το μοναδιαίο κόστος εργασίας,
- και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η Κεντρική Τράπεζα τονίζει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου στην παραγωγικότητα και ζητά ισορροπημένες αυξήσεις, σε συνδυασμό με επενδύσεις σε δεξιότητες, τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο.
Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται η ανάγκη:
- αύξησης της συμμετοχής γυναικών και νέων στο εργατικό δυναμικό,
- αξιοποίησης συνταξιούχων που επιθυμούν να εργαστούν,
- και επαναπατρισμού Ελλήνων υψηλών δεξιοτήτων.
Το στοίχημα του 2026
Το 2026 αναδεικνύεται σε κομβικό έτος: από τη μία πλευρά, η ανοδική πορεία των μισθών και το νέο πλαίσιο συλλογικών διαπραγματεύσεων· από την άλλη, οι περιορισμοί της παραγωγικότητας και η στενότητα στην αγορά εργασίας.
Το ζητούμενο, όπως επισημαίνεται, δεν είναι απλώς οι αυξήσεις, αλλά μια βιώσιμη μισθολογική σύγκλιση, που θα ενισχύει το εισόδημα των εργαζομένων χωρίς να υπονομεύει τη δυναμική και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.