Αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο καθορίζονται οι μισθοί, πραγματοποιούνται οι προσλήψεις και ελέγχονται οι αμοιβές των εργαζομένων φέρνει από την 1η Νοεμβρίου 2026 το νέο καθεστώς μισθολογικής διαφάνειας, που υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να ανοίξουν τα χαρτιά τους για τη μισθολογική τους πολιτική.

 Για πρώτη φορά, οι εργαζόμενοι αποκτούν συγκεκριμένο δικαίωμα να πληροφορούνται όχι μόνο πώς διαμορφώνεται η δική τους αμοιβή, αλλά και ποιοι είναι οι μέσοι μισθοί ανδρών και γυναικών που εκτελούν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας. Παράλληλα, οι υποψήφιοι για πρόσληψη θα πρέπει να γνωρίζουν τον αρχικό μισθό ή το εύρος των αποδοχών πριν από τη συνέντευξη, ενώ απαγορεύεται στους εργοδότες να τους ρωτούν πόσα χρήματα λάμβαναν στην προηγούμενη εργασία τους.

 Οι νέες υποχρεώσεις εξειδικεύονται σε 24σέλιδη εγκύκλιο του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία εκδόθηκε στις 7 Οκτωβρίου και παρέχει οδηγίες για την εφαρμογή του νόμου 5316/2026, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική νομοθεσία η ευρωπαϊκή Οδηγία 2023/970 για την ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών.

 Το νέο πλαίσιο δεν αφορά μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις. Οι βασικές υποχρεώσεις μισθολογικής διαφάνειας ισχύουν για όλους τους εργοδότες, ανεξαρτήτως αριθμού εργαζομένων, ενώ για τις επιχειρήσεις με τουλάχιστον 100 απασχολουμένους προβλέπονται πρόσθετες υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων και ελέγχου του μισθολογικού χάσματος.

Τι αλλάζει στις προσλήψεις

 Μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις αφορά τη διαδικασία αναζήτησης εργασίας. Πριν από τη συνέντευξη, ο υποψήφιος θα πρέπει να ενημερώνεται για την αρχική αμοιβή ή το μισθολογικό εύρος της θέσης, καθώς και για τις σχετικές διατάξεις συλλογικής σύμβασης εργασίας, εφόσον εφαρμόζονται.

 Η ενημέρωση μπορεί να γίνεται γραπτώς ή προφορικώς, ακόμη και μέσα από την αγγελία εργασίας. Εάν δεν προβλέπεται συνέντευξη, πρέπει να παρέχεται πριν από την υπογραφή της σύμβασης.

Ταυτόχρονα, απαγορεύεται στον εργοδότη ή στον εκπρόσωπό του να ζητά πληροφορίες για το μισθολογικό ιστορικό του υποψηφίου. Αυτό σημαίνει ότι ερωτήσεις όπως «πόσα έπαιρνες στην προηγούμενη δουλειά σου;» δεν επιτρέπονται πλέον στο πλαίσιο της πρόσληψης.

Οι αγγελίες και οι διαδικασίες επιλογής προσωπικού πρέπει επίσης να είναι ουδέτερες ως προς το φύλο, χωρίς αναφορές στην οικογενειακή κατάσταση ή άλλα κριτήρια που δημιουργούν άμεσες ή έμμεσες διακρίσεις.

Μισθοί: Δικαίωμα ενημέρωσης

 Κάθε εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει εγγράφως από την επιχείρηση πληροφορίες για το ατομικό επίπεδο αμοιβής του, αλλά και για τις μέσες αποδοχές, χωριστά για άνδρες και γυναίκες, στην κατηγορία εργαζομένων που εκτελούν όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας.

 Η επιχείρηση οφείλει να απαντήσει το αργότερο εντός δύο μηνών από την υποβολή του αιτήματος. Εάν οι πληροφορίες είναι ελλιπείς ή ανακριβείς, ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει πρόσθετες διευκρινίσεις και τεκμηριωμένη απάντηση.

 Η ενημέρωση δεν περιορίζεται στον βασικό μισθό. Περιλαμβάνει τις σταθερές αποδοχές, τα επιδόματα, τα μπόνους, τις υπερωρίες και τις άλλες παροχές που συνθέτουν τη συνολική αμοιβή.

 Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εργαζόμενος αποκτά πρόσβαση στο εκκαθαριστικό μισθοδοσίας συγκεκριμένου συναδέλφου. Οι συγκρίσεις αφορούν μέσους όρους, ενώ όταν υπάρχει κίνδυνος αποκάλυψης προσωπικών μισθολογικών δεδομένων, εφαρμόζονται ειδικοί περιορισμοί. Παράλληλα, οι εργοδότες υποχρεούνται να ενημερώνουν κάθε χρόνο το προσωπικό για το δικαίωμα πληροφόρησης και τον τρόπο άσκησής του.

Υποχρεωτική μισθολογική δομή σε κάθε επιχείρηση

 Από την 1η Νοεμβρίου κάθε εργοδότης πρέπει να διαθέτει τεκμηριωμένη μισθολογική δομή, με αντικειμενικά κριτήρια καθορισμού των αποδοχών. Στην αξιολόγηση των θέσεων εργασίας λαμβάνονται υπόψη οι δεξιότητες, η προσπάθεια, η ευθύνη και οι συνθήκες εργασίας, ενώ μπορούν να συνεκτιμώνται η προϋπηρεσία και άλλοι συναφείς παράγοντες.

 Οι επιχειρήσεις με λιγότερους από 50 εργαζομένους εξαιρούνται μόνο από την υποχρέωση ενημέρωσης για τα κριτήρια μισθολογικής εξέλιξης, όχι από τη γενική υποχρέωση ύπαρξης μισθολογικής δομής.

Ποιες επιχειρήσεις υποβάλλουν στοιχεία και πότε

Πρόσθετες υποχρεώσεις προβλέπονται για επιχειρήσεις με τουλάχιστον 100 εργαζομένους, οι οποίες πρέπει να υποβάλλουν στον Συνήγορο του Πολίτη στοιχεία για τις μισθολογικές διαφορές ανδρών και γυναικών, συμπεριλαμβανομένων των μπόνους και άλλων μεταβλητών αποδοχών. Οι προθεσμίες διαφοροποιούνται ανάλογα με το μέγεθος:

Αριθμός εργαζομένων Πρώτη υποβολή Συχνότητα
250 και άνω 7 Ιουνίου 2027 Κάθε χρόνο
150–249 7 Ιουνίου 2027 Κάθε τρία χρόνια
100–149 7 Ιουνίου 2031 Κάθε τρία χρόνια

Για τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν πρώτη φορά στοιχεία το 2027, η αρχική περίοδος αναφοράς είναι από την 1η Νοεμβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.

Τι συμβαίνει όταν εντοπίζεται διαφορά 5%

 Ειδικός μηχανισμός ελέγχου ενεργοποιείται όταν η μισθολογική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών στην ίδια κατηγορία εργαζομένων φτάνει τουλάχιστον το 5%.

 Η διαφορά δεν θεωρείται αυτομάτως παράνομη. Για να ενεργοποιηθεί η υποχρεωτική κοινή αξιολόγηση πρέπει επιπλέον να μην δικαιολογείται από αντικειμενικά, ουδέτερα ως προς το φύλο κριτήρια και να μην έχει διορθωθεί εντός έξι μηνών από την υποβολή των στοιχείων.

 Η αξιολόγηση πραγματοποιείται με τη συμμετοχή εκπροσώπων των εργαζομένων. Εφόσον εντοπιστούν αδικαιολόγητες διαφορές, η επιχείρηση οφείλει να εφαρμόσει διορθωτικά μέτρα εντός ενός έτους από την κοινοποίηση της αξιολόγησης.

Αποζημιώσεις και προστασία από αντίποινα

Το νέο πλαίσιο ενισχύει σημαντικά και τη δυνατότητα διεκδίκησης των εργαζομένων. Όποιος υφίσταται μισθολογική διάκριση μπορεί να προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας ή στη Δικαιοσύνη, ακόμη και μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης.

Η αποκατάσταση μπορεί να καλύπτει οικονομική ζημία, διαφυγόντα εισοδήματα και ηθική βλάβη, χωρίς προκαθορισμένο ανώτατο όριο αποζημίωσης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η μεταφορά του βάρους απόδειξης στον εργοδότη, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι υποχρεώσεις μισθολογικής διαφάνειας. 

Παράλληλα, απαγορεύονται η απόλυση και κάθε δυσμενής μεταχείριση εργαζομένου επειδή υπέβαλε καταγγελία ή διεκδίκησε το δικαίωμα ίσης αμοιβής. Εφόσον η Επιθεώρηση Εργασίας διαπιστώσει διάκριση, μπορεί να απαιτήσει διορθωτικά μέτρα, ενώ η μη συμμόρφωση μπορεί να επιφέρει διοικητικές κυρώσεις και επαναλαμβανόμενα πρόστιμα.

Διαβάστε ακόμη: