Παρότι ο κλάδος των ορυχείων και λατομείων αποτελεί βασικό προμηθευτή πρώτων υλών, η συμβολή του στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας παρέμεινε περιορισμένη, σύμφωνα με μελέτη της σειράς Sectors in Focus, που έδωσε στη δημοσιότητα η Alpha Bank.

Όπως επισημαίνεται, ενώ η προστιθέμενη αξία μειώθηκε, η αξία της παραγωγής σημείωσε σημαντική ετήσια άνοδο και έχει αυξηθεί αισθητά σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία. Αυτή η απόκλιση δείχνει ότι, παρά την αύξηση της παραγωγής, η αποδοτικότητα του κλάδου μειώθηκε.

Διάρθρωση του κλάδου ορυχείων- λατομείων, εξόρυξη και χρήση πρώτων υλών

Ο κλάδος της εξόρυξης και των λατομείων περιλαμβάνει την εξαγωγή φυσικών ορυκτών σε στερεά μορφή (άνθρακας και μεταλλεύματα), υγρή (πετρέλαιο) και αέρια (φυσικό αέριο). Το 2022, η προστιθέμενη αξία του κλάδου μειώθηκε σημαντικά σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και παρέμεινε αρκετά χαμηλότερη από τα υψηλά επίπεδα προηγούμενων ετών. Παρότι ο κλάδος αποτελεί βασικό προμηθευτή πρώτων υλών, η συμβολή του στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας παρέμεινε περιορισμένη. Ενώ η προστιθέμενη αξία μειώθηκε, η αξία της παραγωγής σημείωσε σημαντική ετήσια άνοδο και έχει αυξηθεί αισθητά σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία. Αυτή η απόκλιση δείχνει ότι, παρά την αύξηση της παραγωγής, η αποδοτικότητα του κλάδου μειώθηκε.

Ο κλάδος της εξόρυξης και των λατομείων έχει υψηλές κεφαλαιουχικές απαιτήσεις, καθώς απαιτεί μεγάλες επενδύσεις για την διερεύνηση του περιβάλλοντα χώρου, τις εξορύξεις και τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, γεγονός που δημιουργεί υψηλά εμπόδια εξόδου για τις επιχειρήσεις. Η πανδημία COVID-19 προκάλεσε σημαντικές διαταραχές στην οικονομική δραστηριότητα του κλάδου, οδηγώντας σε κατακόρυφη πτώση των επενδύσεων το 2020, λόγω αυξημένης αβεβαιότητας και οικονομικής ύφεσης. Ωστόσο, το 2022 οι επενδύσεις ανέκαμψαν, συμβαδίζοντας με την αύξηση της παραγωγής του κλάδου και σηματοδοτώντας μερική ανάκαμψη. Το 2024, ο κλάδος της εξόρυξης απασχολούσε περίπου 9,5 χιλιάδες άτομα, εκ των οποίων το 86% ήταν άνδρες και το 14% γυναίκες. Η απασχόληση μειώθηκε σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, με τη μεγαλύτερη πτώση να καταγράφεται στην εξόρυξη άνθρακα και λιγνίτη, όπου οι θέσεις εργασίας μειώθηκαν κατά 75% λόγω του σημαντικού περιορισμού της χρήσης του λιγνίτη στην παραγωγή ηλεκτρισμού στην Ελλάδα και την στροφή προς το φυσικό αέριο και τις ΑΠΕ.

Οι Λογαριασμοί Ροών Υλικών σε Εθνικό Επίπεδο (EW-MFA) παρακολουθούν τη φυσική κίνηση των υλικών που εισέρχονται και εξέρχονται από μια οικονομία. Αυτοί οι λογαριασμοί κατατάσσουν τα υλικά ανά τύπο ροής και υλικού. Σύμφωνα με την ταξινόμηση του MFA, τα ορυκτά υλικά – προϊόντα εξόρυξης και λατομείων – χωρίζονται σε τρεις βασικές ομάδες: (α) μεταλλεύματα, (β) μη μεταλλικά ορυκτά και (γ) ενεργειακές ορυκτές πρώτες ύλες, τα οποία αντιπροσωπεύουν την ευρεία γκάμα των πρώτων υλών που είναι απαραίτητες για βιομηχανικές διαδικασίες, τις κατασκευές και την ενέργεια. Η εγχώρια εξόρυξη ορυκτών πρώτων υλών ανήλθε το 2023 σε 73.917 χιλιάδες τόνους, μειωμένη ωστόσο κατά 29% από το 2013 και κατά 60% σε σχέση με το 2008, υποδηλώνοντας σημαντικές αλλαγές στις στρατηγικές και τις επιλογές εξόρυξης ορυκτών πόρων της χώρας. Τα μεταλλεύματα, δηλαδή τα ορυκτά που περιέχουν μέταλλα απαραίτητα για βιομηχανικές και κατασκευαστικές εφαρμογές, αποτελούν το 3% της εξόρυξης ορυκτών υλικών, ενώ τα μη μεταλλικά ορυκτά, η μεγαλύτερη κατηγορία ορυκτών πόρων με ποσοστό 83%, περιλαμβάνουν υλικά όπως διακοσμητικούς και οικοδομικούς λίθους, ασβεστόλιθο και γύψο. Οι ενεργειακές ορυκτές πρώτες ύλες, κρίσιμες για την παραγωγή ενέργειας, αντιστοιχούσαν στο 14% της εγχώριας εξόρυξης το 2023.

Βιωσιμότητα στην εξορυκτική βιομηχανία, περιβαλλοντικό αποτύπωμα και θεσμικό πλαίσιο

Οι πολιτικές που αφορούν στην εξορυκτική βιομηχανία εστιάζουν στη βιωσιμότητα του κλάδου και τη διασφάλιση της σταθερής προσφοράς των κρίσιμων πρώτων υλών, απαραίτητες για την οικονομία, τις ΑΠΕ, την ψηφιοποίηση, την άμυνα, δίνοντας έμφαση στη μείωση του περιβαλλοντικού του αποτυπώματος, προωθώντας τη βιώσιμη διαχείριση και την αποφυγή εγκατάλειψης των αποβλήτων.

Στην Ελλάδα, η εξορυκτική βιομηχανία παρήγαγε σημαντικές ποσότητες αποβλήτων συγκριτικά με άλλους κλάδους, ωστόσο, από το 2012 έως το 2022, τα απόβλητά της μειώθηκαν κατά 93%. Αυτή η μείωση οφείλεται κυρίως στη σταδιακή απεξάρτηση της χώρας από τον λιγνίτη, ο οποίος προκαλούσε μεγάλες ποσότητες αποβλήτων λόγω της απομάκρυνσης επιφανειακού εδάφους και βράχων για την εξόρυξη των κοιτασμάτων. Παράλληλα, το 2022 η εξορυκτική βιομηχανία ευθυνόταν μόλις για το 0,5% των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ελλάδα, έχοντας σημειώσει μείωση 76% από το 2012. Το μεθάνιο αποτελούσε το 81% αυτών των εκπομπών.

Η μετάβαση από τον λιγνίτη σε πράσινες πηγές ενέργειας είχε ως αποτέλεσμα το κλείσιμο 21 λιγνιτωρυχείων, με στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ομαλή κοινωνικοοικονομική και περιβαλλοντική προσαρμογή των περιοχών τους. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της ανάπτυξης έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης ενέργειας στις πρώην εξορυκτικές περιοχές, καθώς και της αποκατάστασης και αναδάσωσης των εδαφών τους. Ο Μηχανισμός Δίκαιης Μετάβασης στηρίζει τις λιγνιτικές και εξορυκτικές περιοχές στην επίτευξη των στόχων της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, παρέχοντας κοινωνική και οικονομική υποστήριξη.

Η βιώσιμη εξορυκτική βιομηχανία βασίζεται στην κυκλική οικονομία και στη μείωση των αποβλήτων. Η κυκλική οικονομία εφαρμόζεται τόσο στις διαδικασίες όσο και στα προϊόντα. Σε επίπεδο διαδικασιών, στοχεύει στη μείωση των αποβλήτων, τη βελτίωση της απόδοσης των πρώτων υλών και την ανάκτηση προϊόντων μέσω της επανεξόρυξης υπολειμμάτων και της αναβάθμισης του εξοπλισμού. Σε επίπεδο προϊόντων, επιδιώκει την παράταση του κύκλου ζωής των υλικών μέσω της ανακύκλωσης, της επαναχρησιμοποίησης και της ανάπτυξης αγορών για δευτερεύοντα υλικά. Η αποτελεσματική διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας είναι κρίσιμη, καθώς τα υπολείμματα μπορεί να βλάψουν το περιβάλλον, να μολύνουν τους υδάτινους πόρους και να επηρεάσουν αρνητικά τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες, δεδομένου ότι περιέχουν βαρέα και τοξικά μέταλλα. Ως εκ τούτου, η μετάβαση προς μια υπεύθυνη και βιώσιμη εξόρυξη είναι ζωτικής σημασίας τόσο για το περιβάλλον όσο και για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

Επιχειρηματική δραστηριότητα ορυχείων και λατομείων και η δυναμική αγορά των ενεργειακών πρώτων υλών

Ο κατασκευαστικός τομέας, οι υποδομές και διάφοροι βιομηχανικοί κλάδοι βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στα εξορυκτικά υλικά, τα οποία περιλαμβάνουν βιομηχανικά μη μεταλλικά ορυκτά όπως γύψο, μπεντονίτη, άργιλο και περλίτη, αδρανή υλικά όπως άμμο, χαλίκι και ασβεστόλιθο, διακοσμητικές και οικοδομικές πέτρες, όπως μάρμαρο, καθώς και μεταλλεύματα όπως νικέλιο και βωξίτη. Οι ορυκτοί πόροι της Ελλάδας είναι ζωτικής σημασίας για την κάλυψη των αναγκών των κατασκευών, τη στήριξη της βιομηχανικής παραγωγής και την ενίσχυση των εξαγωγών.

Η χώρα είναι ιδιαίτερα γνωστή για το μάρμαρό της, καθώς οι ελληνικές εταιρείες μαρμάρου κατέχουν ηγετική θέση στις εξαγωγές εντός της ΕΕ-27 και διατηρούν ισχυρή παγκόσμια παρουσία. Εκτός από το μάρμαρο, οι ελληνικές τσιμεντοβιομηχανίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις εξαγωγές, ενώ στην εγχώρια βιομηχανία αλουμίνιου και τον βωξίτη, αναπτύσσονται τεχνολογίες για την παραγωγή γαλλίου, μιας κρίσιμης πρώτης ύλης για την ΕΕ, που χρησιμοποιείται σε smartphones, αυτοκίνητα και ημιαγωγούς, με στόχο την κάλυψη της ευρωπαϊκής ζήτησης. Σε επίπεδο ΕΕ-27, η Ελλάδα είναι πρώτη στην παραγωγή περλίτη, μπεντονίτη και βωξίτη, ενώ κατατάσσεται 2η στην παραγωγή νικελίου και μαρμάρου, 4η στον μαγνησίτη, 5η στο αλουμίνιο και 6η στον λιγνίτη (2021). Σε παγκόσμιο επίπεδο, η χώρα βρίσκεται στη 2η θέση στην παραγωγή περλίτη, στην 5η στην παραγωγή μπεντονίτη και στη 10η στον μαγνησίτη.

Η Ελλάδα έχει επίσης την ευκαιρία να αξιοποιήσει το γεωθερμικό της δυναμικό και να επεκτείνει τις υποδομές υγροποιημένου φυσικού αερίου(LNG). Η γεωθερμική ενέργεια αφορά την εκμετάλλευση της θερμότητας του υπεδάφους για την παραγωγή και χρήση ενέργειας. Περιλαμβάνεται στον κατάλογο των ενεργειακών ορυκτών του ελληνικού Υπουργείου Ενέργειας και Περιβάλλοντος, καθώς η έρευνά της απαιτεί γεωτρήσεις και διαδικασίες εξόρυξης από τον φλοιό της Γης.

Το 2022, στην Ελλάδα καταγράφηκαν συνολικά 1.081 μεταλλευτικές και λατομικές θέσεις, εκ των οποίων 596 ήταν ενεργές και 485 ανενεργές, με ανασταλείσα λειτουργία. Από τις ανενεργές θέσεις, οι 300 αφορούσαν εξόρυξη μεταλλευμάτων στο παρελθόν, έναντι μόλις 47 ενεργών μεταλλείων στην ίδια κατηγορία, γεγονός που υποδηλώνει ότι σημαντικά μεταλλευτικά κοιτάσματα παραμένουν ανεκμετάλλευτα και, ως εκ τούτου, δεν συμβάλλουν στην ενίσχυση της εθνικής οικονομίας.

Διαβάστε ακόμη: