Σε πτωτική τροχιά παραμένουν και το 2026 οι νέες αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας παραμονής μέσω του προγράμματος «χρυσή βίζα», μετά τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν και την αύξηση του ελάχιστου ύψους επένδυσης στις 800.000 ευρώ για την Αττική, τον Δήμο Θεσσαλονίκης και τα μεγάλα νησιά (με ελάχιστο πληθυσμό 3.500 κατοίκων) και τις 400.000 ευρώ για την υπόλοιπη χώρα.
Όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου, τον φετινό Ιανουάριο υποβλήθηκαν 398 νέες αιτήσεις αρχικής χορήγησης άδειας μόνιμου επενδυτή, αριθμός που συνιστά πτώση κατά 63,5% σε σχέση με τον αντίστοιχο περυσινό μήνα, όταν είχαν υποβληθεί 1.167 αιτήσεις. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η διαφορά αναμένεται να περιοριστεί τους επόμενους μήνες, επειδή κατά το περυσινό πρώτο τρίμηνο είχαν καταγραφεί πολλαπλάσιες αιτήσεις, μια κι έληγε η σχετική προθεσμία για την κατοχύρωση αδειών με τα προηγούμενα χαμηλότερα όρια.
Σε κάθε περίπτωση, οι ενεργές άδειες διαμονής που έχουν χορηγηθεί συνολικά από την αρχή του προγράμματος (2014) και μέχρι σήμερα ανέρχονται πλέον σε 28.589, αν υπολογιστούν και οι ανανεώσεις της πρώτης πενταετίας. Πάντως, συνολικά το 2025 και παρά το ιδιαίτερα δυναμικό πρώτο τρίμηνο (2.932 άδειες) υποβλήθηκαν 7.031 νέες αιτήσεις, έναντι 9.414 αιτήσεων το 2024, καταγράφοντας ετήσια πτώση κατά 25%. Η κάμψη αυτή έχει αρχίσει να αποτυπώνεται και στις εισροές ξένων κεφαλαίων με κατεύθυνση την αγορά ακινήτων. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), το εννιάμηνο του 2025 οι ξένες επενδύσεις στην αγορά ακινήτων υποχώρησαν κατά 24% και διαμορφώθηκαν σε 1,46 δισ. ευρώ, έναντι 1,925 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Μάλιστα, κατά το τρίτο τρίμηνο καταγράφεται μείωση κατά 32,7% σε 527 εκατ. ευρώ, από 783,7 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024.
Στον αντίποδα, οι εγκρίσεις αδειών «χρυσής βίζας» το 2025 σημείωσαν μεγάλη αύξηση κατά 101% σε 9.479, έναντι 4.710 αιτήσεων το 2024, μια και έχει συσσωρευτεί μεγάλος όγκος εκκρεμοτήτων με βάση τις αιτήσεις που έχουν υποβληθεί. Αλλωστε, ακόμη και σήμερα παραμένουν σε εκκρεμότητα προς έγκριση άλλες 9.599 αιτήσεις, που αφορούν τα προηγούμενα χρόνια και κυρίως την περίοδο 2024-2025. Πάντως, τον φετινό Ιανουάριο οι χορηγήσεις νέων αδειών ανήλθαν σε 609, από 620 τον αντίστοιχο μήνα του 2025.
Οσον αφορά τις χώρες που πρωταγωνιστούν σε ό,τι αφορά τις ενεργές άδειες αρχικής χορήγησης (χωρίς να υπολογίζονται οι ανανεώσεις), η Κίνα παραμένει πρώτη «δύναμη» με μερίδιο 48% και 10.272 άδειες. Ακολουθεί στη δεύτερη θέση η Τουρκία με 3.421 άδειες και μερίδιο 16%, ενώ την πρώτη τριάδα συμπληρώνουν οι επενδυτές από τον Λίβανο με 1.000 άδειες και μερίδιο 4,7%. Το Ιράν βρίσκεται στην τέταρτη θέση με 851 άδειες και μερίδιο 4%, ενώ έπονται οι επενδυτές από τη Μεγ. Βρετανία με 807 άδειες και μερίδιο 3,8%. Ακολουθεί το Ισραήλ με 660 άδειες και μερίδιο 3,1% και οι ΗΠΑ με 587 άδειες και μερίδιο 2,7%, ενώ την πρώτη δεκάδα συμπληρώνουν οι επενδυτές από την Αίγυπτο (574 άδειες), την Αρμενία (236 άδειες) και τη Σερβία (208 άδειες). Η «γεωγραφία» των επενδυτών καταδεικνύει και τον χαρακτήρα του προγράμματος, καθώς, όπως φαίνεται, αρκετοί έχουν αποκτήσει άδεια διαμονής στην Ελλάδα ερχόμενοι από χώρες που χαρακτηρίζονται από έντονη γεωπολιτική και οικονομική αστάθεια, κάτι που είναι εμφανές και με την εν εξελίξει σύρραξη στη Μέση Ανατολή.
Σε ό,τι αφορά την αγορά ακινήτων, πλέον η έμφαση των επενδυτών αφορά κατά κύριο λόγο κατοικίες που έχουν προκύψει από ανακατασκευές κτιρίων που είχαν άλλη χρήση στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα γραφεία, αποθήκες και βιομηχανικά ακίνητα. Με τον τρόπο αυτό, αφενός μεν προστίθεται απόθεμα κατοικιών στην αγορά, αφετέρου οι επενδυτές μπορούν να εξασφαλίσουν την άδεια διαμονής με το πρότερο χαμηλό όριο των 250.000 ευρώ, ακόμη και στην Αττική, όπου άλλωστε εστιάζεται και η ζήτηση από το εξωτερικό. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 5.000 διαμερίσματα αναπτύσσονται και διατίθενται αυτή την περίοδο στην αγορά, έχοντας ακριβώς στόχευση τους επενδυτές μέσω του προγράμματος «χρυσή βίζα», ενώ υπό σχεδιασμό βρίσκονται κι άλλα τέτοια έργα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην πρόσφατη έρευνα του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ για την αγορά ακινήτων, οι ερωτηθέντες ανέφεραν βασικό λόγο αύξησης των τιμών πώλησης τα τελευταία χρόνια τις επενδύσεις στην αγορά ακινήτων από ξένους (34,2% των ερωτηθέντων), ενώ ακολουθούν ως αιτίες, η ανεπαρκής κρατική πολιτική για προσιτή κατοικία ή η έλλειψη κινήτρων για νέα οικοδομή (28,9%) και η αύξηση του κόστους κατασκευής και πρώτων υλών (23%). Αντιστοίχως, για τις υψηλότερες τιμές ενοικίασης κυρίαρχοι παράγοντες θεωρούνται από τους συμμετέχοντες στην έρευνα η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων (33,8%), η ανεπαρκής στεγαστική πολιτική (32,9%) και η ζήτηση από ξένους αγοραστές (26,9%).