Στους δασμούς ύψους 50% που επέβαλε στις αρχές της εβδομάδας ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, μετά την κατάρρευση των εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Καναδά, η Οτάβα ανακοίνωσε σήμερα Τρίτη, ανταποδοτικούς δασμούς κατά των Ηνωμένων Πολιτειών, απαντώντας «δολάριο προς δολάριο».
Τα νέα μέτρα της καναδικής κυβέρνησης καλύπτουν περισσότερα από 700 αμερικανικά προϊόντα, συνολικής αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, ποσό αντίστοιχο με την αξία των καναδικών εισαγωγών που πλήττονται από το τελευταίο πακέτο δασμών του Τραμπ. Οι νέοι αμερικανικοί δασμοί αφορούν, μεταξύ άλλων, καναδικό κρασί, τσιμέντο και μπαστούνια χόκεϊ, καθώς και σειρά άλλων προϊόντων.
Οι ανταποδοτικοί δασμοί του Καναδά, οι οποίοι θα κυμαίνονται από 15% έως 50%, πρόκειται να τεθούν σε ισχύ στις 8 Σεπτεμβρίου. Στο στόχαστρο βρίσκονται πολλές κατηγορίες αμερικανικών εισαγωγών, μεταξύ των οποίων χάλυβας και αλουμίνιο, γαλακτοκομικά προϊόντα, θαλασσινά, οικιακές συσκευές, ξυλεία, προϊόντα χαρτιού και ενδύματα.
Η επιλογή των μετάλλων και των προϊόντων ξυλείας δεν είναι τυχαία, καθώς αποτελεί απάντηση στους δασμούς που είχαν ήδη επιβάλει οι ΗΠΑ στον καναδικό χάλυβα, το αλουμίνιο, την ξυλεία και άλλα προϊόντα.
Η νέα δασμολογική κλιμάκωση θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν οι δύο πλευρές είχαν καταλήξει σε εμπορική συμφωνία μέχρι το Σάββατο. Ο Τραμπ είχε υποστηρίξει νωρίτερα την περασμένη εβδομάδα ότι η συμφωνία ήταν σχεδόν έτοιμη. Ωστόσο, ο Καναδάς ανέστειλε τις διαπραγματεύσεις το βράδυ της Παρασκευής, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ ζητούσαν υπερβολικές παραχωρήσεις, προσφέροντας πολύ λίγα ως αντάλλαγμα.
Η κυβέρνηση Τραμπ έχει παρουσιάσει διαφορετική εκδοχή για το ναυάγιο, κατηγορώντας την Οτάβα ότι τίναξε τις συνομιλίες στον αέρα, επιδιώκοντας παράλογες αλλαγές της τελευταίας στιγμής στους όρους της υπό διαμόρφωση συμφωνίας.
Η αποτυχία των διαπραγματεύσεων ανοίγει ένα νέο και ιδιαίτερα συγκρουσιακό κεφάλαιο στον εμπορικό πόλεμο μεταξύ των δύο στενών συμμάχων, επιδεινώνοντας τις ήδη τεταμένες σχέσεις τους. Οι εντάσεις είχαν ενισχυθεί τόσο από την εκτεταμένη χρήση των δασμών από τον Τραμπ όσο και από τις επανειλημμένες επιθετικές τοποθετήσεις του απέναντι στον Καναδά.
Επιπλέον μέτρα στήριξης λόγω των δασμών Τραμπ
Παράλληλα με τους ανταποδοτικούς δασμούς, η καναδική κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσθετο πακέτο στήριξης ύψους 7,5 δισ. δολαρίων για επιχειρήσεις και εργαζομένους που πλήττονται από τα αμερικανικά εμπορικά μέτρα.
Η κλιμάκωση έρχεται μετά την απόφαση του Τραμπ αυτή την εβδομάδα να προχωρήσει στο νέο καθεστώς δασμών 50% στις καναδικές εισαγωγές, αυξάνοντας σημαντικά την πίεση σε μία από τις βαθύτερα ενοποιημένες εμπορικές σχέσεις παγκοσμίως. Η εξέλιξη δημιουργεί παράλληλα νέους κινδύνους για τις αλυσίδες εφοδιασμού και τις τιμές και στις δύο πλευρές των συνόρων, καθώς οι οικονομίες των ΗΠΑ και του Καναδά είναι στενά συνδεδεμένες, ιδιαίτερα στους κλάδους της ενέργειας, των μετάλλων, της ξυλείας, των αγροτικών προϊόντων και της μεταποίησης.
Ο Τραμπ εξαπέλυσε νέα επίθεση κατά του Καναδά το πρωί της Τρίτης μέσω του Truth Social, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν ακόμη και να διακόψουν τις επιχειρηματικές συναλλαγές με το Οντάριο. Επανέφερε επίσης επανειλημμένα την ιδέα να μετονομαστεί η λίμνη Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική».
Σε άλλες αναρτήσεις του, ο Αμερικανός Πρόεδρος κατηγόρησε τον Καναδά ότι στοχοποιεί τους Αμερικανούς αγρότες, ενώ εξέφρασε εκ νέου τη δυσαρέσκειά του για το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με τη γειτονική χώρα. Το έλλειμμα αυτό, ωστόσο, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στις μεγάλες ποσότητες καναδικού αργού πετρελαίου που αγοράζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
«Συναλλάσσομαι με πολλές χώρες και ο Καναδάς είναι εύκολα η πιο δύσκολη και παράλογη», έγραψε ο Τραμπ σε μία από τις αναρτήσεις του.
Παρά την απότομη κλιμάκωση, η Οτάβα διαμηνύει ότι δεν επιθυμεί να κλείσει οριστικά την πόρτα στις εμπορικές διαπραγματεύσεις. Ο Καναδός υπουργός Εμπορίου Ντομινίκ ΛεΜπλάν δήλωσε το πρωί της Τρίτης ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να προτιμά μια συμφωνία που θα είναι επωφελής και για τις δύο χώρες.
«Προτίμησή μας ήταν να βρούμε μια συμφωνία που θα ωφελεί και τις δύο χώρες», τόνισε προσθέτοντας ότι «εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι αυτό είναι εφικτό. Στο μεταξύ, όμως, δεν περιμένουμε δίπλα στο τηλέφωνο».

