«Περί τα μέσα Μαΐου θα έχουμε τα χρήματα από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, καθώς και τις τελικές υπουργικές αποφάσεις που απαιτούνται. Και περί τα μέσα Ιουνίου θα έχουμε πλέον τη δυνατότητα να ανοίξουμε το βιβλίο στο Χρηματιστήριο, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της κυβέρνησης να έχει ολοκληρωθεί η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου εντός του Ιουνίου», σημείωσε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ, Μάνος Μανουσάκης, αναφερόμενος στην επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ, μιλώντας σε πάνελ για την ανθεκτικότητα των διασυνδέσεων στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.
Πιο αναλυτικά, ο κ. Μανουσάκης σημείωσε ότι ο Διαχειριστής βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης ενός εκτεταμένου επενδυτικού προγράμματος, το οποίο εξελίσσεται τα τελευταία εννέα χρόνια, έχοντας ήδη επενδύσει 4 δισ. ευρώ χωρίς άντληση κεφαλαίων από τους μετόχους. Τόνισε ότι, προκειμένου να προχωρήσουν τα επόμενα μεγάλα έργα — όπως η διασύνδεση των Δωδεκανήσων και των νησιών του Βορείου Αιγαίου με την ηπειρωτική χώρα, καθώς και η δεύτερη διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας, που θα τριπλασιάσει την εξαγωγική ικανότητα — απαιτείται κεφάλαιο ύψους 1 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ΑΜΚ αποτελεί σημαντική ψήφο εμπιστοσύνης, καθώς το ελληνικό Δημόσιο θα καλύψει το 51% της αύξησης, η State Grid Corporation of China το 24%, ενώ το υπόλοιπο 25% (250 εκατ. ευρώ) θα αντληθεί από την αγορά μέσω του Χρηματιστηρίου. Η διαδικασία, όπως είπε, προχωρά με ταχείς ρυθμούς, με τα απαραίτητα κεφάλαια από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις να αναμένονται έως τα μέσα Μαΐου, ενώ έως τα μέσα Ιουνίου προβλέπεται να ανοίξει το βιβλίο προσφορών, με στόχο την ολοκλήρωση της ΑΜΚ εντός του ίδιου μήνα.
Όπως ανέφερε, η ΑΜΚ, σε συνδυασμό με χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκούς πόρους, όπως το Ταμείο Απανθρακοποίησης, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και το Modernisation Fund, καθώς και με τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, είναι κρίσιμη για τη συνέχιση του επενδυτικού προγράμματος και για την αποφυγή καθυστερήσεων στις νησιωτικές διασυνδέσεις.
Αναφερόμενος στις ευρύτερες ενεργειακές εξελίξεις, επισήμανε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις ενεργειακής ασφάλειας και ότι, πέρα από την πράσινη μετάβαση, απαιτείται επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού της οικονομίας. Τόνισε ότι, δεδομένου πως η Ευρώπη δεν διαθέτει τους ίδιους ενεργειακούς πόρους με άλλες περιοχές, η ενίσχυση των δικτύων και η ανάπτυξη των ΑΠΕ αποτελούν στρατηγική επιλογή για την επίτευξη ενεργειακής αυτονομίας. Κατέληξε επισημαίνοντας ότι, παρά τον ρόλο που θα συνεχίσει να διαδραματίζει το φυσικό αέριο στο μεταβατικό στάδιο, η ενίσχυση των ηλεκτρικών υποδομών και η ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την ασφάλεια και τη βιωσιμότητα του ενεργειακού συστήματος.
Ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Ιωάννης Τσακίρης, σημείωσε πως σήμερα η Ευρώπη είναι λιγότερο ανταγωνιστική λόγω του κόστους της ενέργειας, υπογραμμίζοντας ότι «κουτσαίνουμε ήδη, έχοντας μπροστά μας έναν δύσκολο δρόμο». Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη η Ευρώπη να ανεβάσει ταχύτητες με συντονισμένο τρόπο και κοινό σχεδιασμό, ώστε να καταφέρει να υλοποιήσει διασυνδέσεις, έργα δικτύων και υποδομές αποθήκευσης.
Αναφερόμενος στον ρόλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων σε αυτό το περιβάλλον, σημείωσε πως υλοποιεί ετησίως χρηματοδοτήσεις ύψους 100 δισ. ευρώ, οι οποίες, μέσω μόχλευσης, φτάνουν τα 400 δισ. ευρώ, τονίζοντας ότι η πλειονότητα αυτού του ποσού κατευθύνεται στην ευρωπαϊκή οικονομία. Όπως εξήγησε, ο βασικός κορμός των χρηματοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων αφορά την κλιματική μετάβαση, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ευρωπαϊκής οικονομίας, με εστίαση στην ενεργειακή ασφάλεια και την ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης. Παράλληλα, σημείωσε πως ένα ακόμη μεγάλο μέρος των χρηματοδοτήσεων αφορά την άμυνα και την ασφάλεια, αλλά και την καινοτομία και την ψηφιακή μετάβαση.
Από την πλευρά του, ο Chief Financial Officer της Cenergy Holdings, Αλέξανδρος Μπένος, αναφέρθηκε στην έννοια της ανθεκτικότητας των ενεργειακών υποδομών, επισημαίνοντας ότι αυτή συνίσταται στην ικανότητα ενός συστήματος να αντέχει σε σοκ — γεωπολιτικά, τεχνολογικά ή κλιματικά — και να διασφαλίζει την αξιόπιστη και ταχεία μεταφορά ενέργειας εκεί όπου απαιτείται.
Όπως τόνισε, για να επιτευχθεί αυτό απαιτούνται τρεις βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, υπογράμμισε τη σημασία της συνδεσιμότητας, σημειώνοντας ότι χωρίς επαρκή δίκτυα η παραγόμενη ενέργεια δεν μπορεί να μεταφερθεί από τις περιοχές παραγωγής σε εκείνες όπου υπάρχει ζήτηση. Δεύτερον, ανέδειξε την ανάγκη ευελιξίας, τονίζοντας ότι ένα σύστημα που δεν μπορεί να προσαρμοστεί άμεσα σε έκτακτες συνθήκες δεν μπορεί να θεωρηθεί ανθεκτικό. Τρίτον, υπογράμμισε τον καθοριστικό ρόλο της βιομηχανίας στην υλοποίηση των ενεργειακών υποδομών, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ισχυρή βιομηχανική βάση.
Όπως ανέφερε, απαιτούνται επενδύσεις, κατάλληλα κίνητρα και εγγυήσεις για μεγάλα έργα, ενώ τόνισε την ανάγκη ύπαρξης σταθερού και υποστηρικτικού ρυθμιστικού πλαισίου που να ενισχύει τη βιομηχανική παραγωγή στην Ευρώπη. Επιπλέον, σημείωσε ότι, για να μπορέσει η βιομηχανία να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες, απαιτείται ορατότητα στον σχεδιασμό των έργων σε βάθος πενταετίας ή και περισσότερο, απλοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών χωρίς εκπτώσεις σε θέματα ασφάλειας και διαφάνειας, καθώς και ενίσχυση της διαθεσιμότητας εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
«Το 60% της καταναλισκόμενης ενέργειας τηλεμετράται, επιτρέποντας την ανάπτυξη δυναμικών τιμολογίων, τη διαχείριση της ζήτησης και τη μείωση των απωλειών», σημείωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ, Αναστάσιος Μάνος. Αναφερόμενος στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, τόνισε ότι έχουν ήδη τοποθετηθεί 1,5 εκατ., με στόχο να φτάσουν τα 2,2 εκατ. έως το τέλος του έτους και να ολοκληρωθεί το έργο έως το 2030.
Παρουσιάζοντας το επενδυτικό πλάνο του ΔΕΔΔΗΕ, επισήμανε ότι έως το 2019 οι ετήσιες επενδύσεις ανέρχονταν σε 100–150 εκατ. ευρώ, χωρίς να καλύπτουν ούτε τις βασικές ανάγκες, δημιουργώντας σωρευτικό κενό 1,5 δισ. ευρώ. Έως το 2025, ο ΔΕΔΔΗΕ επικεντρώθηκε στην προετοιμασία για την ψηφιακή μετάβαση και στην ενίσχυση των ΑΠΕ, με επενδύσεις 800 εκατ. ευρώ. Η εγκατεστημένη ισχύς αυξήθηκε από περίπου 3,7 GW το 2019 σε πάνω από 9 GW το 2025, με περισσότερους από 100.000 παραγωγούς, ενώ οι συνδέσεις αυξήθηκαν από 3 σε περίπου 80 ημερησίως.
Από το 2025 και μετά, σημείωσε, η έμφαση δίνεται στην ψηφιοποίηση, την ανθεκτικότητα και τον εξηλεκτρισμό, στο πλαίσιο επενδυτικού προγράμματος 5 δισ. ευρώ, το οποίο έχει υποβληθεί προς έγκριση από την 1η Οκτωβρίου 2025. Κεντρικός άξονας είναι ο τηλεέλεγχος και η ευστάθεια, με πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα ελέγχου σε πραγματικό χρόνο. Παράλληλα, ενισχύεται η ανθεκτικότητα μέσω της μετάβασης από 50 κέντρα ελέγχου σε δύο εθνικά, σε Βορρά και Νότο. Η ψηφιοποίηση επεκτείνεται και με συστήματα GIS, με την Αττική να έχει φτάσει στο 100% και τα αστικά κέντρα σε ποσοστό άνω του 70%, καλύπτοντας έως και το 75% των πελατών.
Αναφερόμενος στον εξηλεκτρισμό, τόνισε ότι νέες χρήσεις, όπως οι prosumers, τα data centers και η ηλεκτροκίνηση, αυξάνουν τη ζήτηση κατά 24% έως το 2030. Σήμερα, είπε, λειτουργούν 21 data centers με ισχύ 44 MW και κατανάλωση 0,065 TWh, η οποία εκτιμάται ότι θα φτάσει τις 1–1,3 TWh έως το 2034–2035. Κλείνοντας, σημείωσε ότι έχουν εγκατασταθεί 9.000 δημόσιοι φορτιστές, εκ των οποίων οι 1.700 είναι ταχυφορτιστές, συνολικής ισχύος 320 MW, με αναλογία ενός φορτιστή ανά τρία οχήματα στην Ελλάδα, έναντι ενός ανά 12 στην Ευρώπη και ενός ανά 32 στις ΗΠΑ.

Στον ρόλο του ΔΕΣΦΑ αναφέρθηκε η Διευθύνουσα Σύμβουλος του ΔΕΣΦΑ, Maria Sferruzza, επισημαίνοντας ότι το φυσικό αέριο θα παραμείνει βασικό ενεργειακό καύσιμο για σημαντικό χρονικό διάστημα. Όπως σημείωσε, η στρατηγική του Διαχειριστή εδράζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: την εγχώρια αγορά και τη διεθνή δραστηριότητα, η οποία έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Η κυρία Sferruzza τόνισε ότι ο ΔΕΣΦΑ είναι κατάλληλα τοποθετημένος ώστε να αυξήσει περαιτέρω τις εξαγωγές φυσικού αερίου, με στόχο ακόμη και τον διπλασιασμό τους, ενώ υπογράμμισε ότι αναπτύσσονται πρόσθετες δραστηριότητες προς αυτή την κατεύθυνση, με ορίζοντα υλοποίησης εντός της φετινής χρονιάς. Αναφερόμενη στην ενεργειακή μετάβαση, υπογράμμισε την ανάγκη μιας ισορροπημένης προσέγγισης, σημειώνοντας ότι, πέραν του φυσικού αερίου, απαιτείται παράλληλη ανάπτυξη τεχνολογιών δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS) και υδρογόνου.
Επισήμανε ότι, ενώ στο παρελθόν η έμφαση δινόταν κατά προτεραιότητα στο υδρογόνο, η σημερινή πραγματικότητα καθιστά σαφές ότι το φυσικό αέριο και η μείωση των εκπομπών CO2 αποτελούν άμεσες προτεραιότητες, ως αναγκαία βήματα προς τη μελλοντική μετάβαση στο υδρογόνο, στο πλαίσιο ενός δυναμικά εξελισσόμενου ενεργειακού μείγματος. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι ο ΔΕΣΦΑ προωθεί το έργο Apollo για τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, ενώ επισήμανε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη μελέτες για τη δυνατότητα μεταφοράς υδρογόνου μέσω των υφιστάμενων υποδομών, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ελλάδα δεν αναμένεται να αποτελέσει κύριο καταναλωτή υδρογόνου στο άμεσο μέλλον.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να ξεκινήσει η μελέτη σκοπιμότητας για το κοινό έργο στον τομέα του υδρογόνου που αναπτύσσουν από κοινού ο ΔΕΣΦΑ και η Bulgartransgaz, αποδεικνύοντας, όπως ανέφερε, τη δέσμευση των εμπλεκόμενων φορέων. Αυτό σημείωσε ο Executive Director της Bulgartransgaz EAD, Vladimir Malinov, τονίζοντας πως πρόκειται για το πρώτο και μοναδικό έργο υδρογόνου στην ευρύτερη περιοχή που έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI).
Όπως σημείωσε, παρά τις υφιστάμενες αβεβαιότητες, το υδρογόνο αναμένεται να εισέλθει στην περιοχή, ενώ διαφαίνεται σημαντική προοπτική μεταφοράς του από την Ελλάδα μέσω της Βουλγαρίας προς τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, με βασική πρόκληση τη διαμόρφωση της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, επεσήμανε την ανάγκη πλήρους προετοιμασίας για την έναρξη κατασκευής της διασύνδεσης των δύο χωρών, καθώς και για την ανάπτυξη συμπληρωματικού έργου που θα επιτρέψει τη συνέχιση της μεταφοράς υδρογόνου από τη Βουλγαρία προς τη Ρουμανία και περαιτέρω προς άλλες αγορές, υπό την προϋπόθεση επίτευξης συγκεκριμένων οροσήμων.
Όπως πρόσθεσε, είναι απαραίτητη η σαφής αποτύπωση της αγοράς, τόσο από την πλευρά της παραγωγής όσο και της κατανάλωσης, καθώς και η διαμόρφωση κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αντί αποσπασματικών εθνικών προσεγγίσεων. Τέλος, αναφέρθηκε στον Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ευρείας συνεργασίας, τονίζοντας ότι πρόκειται για πρωτοβουλία που περιλαμβάνει επτά χώρες και εννέα διαφορετικούς φορείς, μεταξύ των οποίων Διαχειριστές και FSRUs.
Τον συντονισμό του πάνελ πραγματοποίησε ο Αιμίλιος Μελής, Deals & Strategy, Head of Strategy της PwC Greece, ο οποίος σημείωσε πως το βασικό συμπέρασμα που προέκυψε από τη συζήτηση ήταν ότι η ελληνική ενεργειακή αγορά αντιμετωπίζει την πρόσφατη γεωπολιτική κρίση με σαφώς μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Όπως τόνισε, νέες αναταράξεις θα υπάρξουν και στο μέλλον και η αγορά πρέπει να αποκτήσει την ικανότητα να εξελίσσεται, καθώς η Ελλάδα έχει μια μοναδική ευκαιρία να ισχυροποιήσει την ανθεκτικότητά της και να εδραιωθεί ως ενεργειακός κόμβος, με τα δίκτυα να εκσυγχρονίζονται, τη διασυνδεσιμότητα να αυξάνεται και θεσμικούς φορείς, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, έτοιμους να στηρίξουν αυτή την πορεία.
«Περί τα μέσα Μαΐου θα έχουμε τα χρήματα από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, καθώς και τις τελικές υπουργικές αποφάσεις που απαιτούνται. Και περί τα μέσα Ιουνίου θα έχουμε πλέον τη δυνατότητα να ανοίξουμε το βιβλίο στο Χρηματιστήριο, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της κυβέρνησης να έχει ολοκληρωθεί η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου εντός του Ιουνίου», σημείωσε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του ΑΔΜΗΕ, Μάνος Μανουσάκης, αναφερόμενος στην επικείμενη αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του ΑΔΜΗΕ, μιλώντας σε πάνελ για την ανθεκτικότητα των διασυνδέσεων στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.
Πιο αναλυτικά, ο κ. Μανουσάκης σημείωσε ότι ο Διαχειριστής βρίσκεται σε τροχιά υλοποίησης ενός εκτεταμένου επενδυτικού προγράμματος, το οποίο εξελίσσεται τα τελευταία εννέα χρόνια, έχοντας ήδη επενδύσει 4 δισ. ευρώ χωρίς άντληση κεφαλαίων από τους μετόχους. Τόνισε ότι, προκειμένου να προχωρήσουν τα επόμενα μεγάλα έργα — όπως η διασύνδεση των Δωδεκανήσων και των νησιών του Βορείου Αιγαίου με την ηπειρωτική χώρα, καθώς και η δεύτερη διασύνδεση Ελλάδας–Ιταλίας, που θα τριπλασιάσει την εξαγωγική ικανότητα — απαιτείται κεφάλαιο ύψους 1 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ΑΜΚ αποτελεί σημαντική ψήφο εμπιστοσύνης, καθώς το ελληνικό Δημόσιο θα καλύψει το 51% της αύξησης, η State Grid Corporation of China το 24%, ενώ το υπόλοιπο 25% (250 εκατ. ευρώ) θα αντληθεί από την αγορά μέσω του Χρηματιστηρίου. Η διαδικασία, όπως είπε, προχωρά με ταχείς ρυθμούς, με τα απαραίτητα κεφάλαια από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις να αναμένονται έως τα μέσα Μαΐου, ενώ έως τα μέσα Ιουνίου προβλέπεται να ανοίξει το βιβλίο προσφορών, με στόχο την ολοκλήρωση της ΑΜΚ εντός του ίδιου μήνα.
Όπως ανέφερε, η ΑΜΚ, σε συνδυασμό με χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκούς πόρους, όπως το Ταμείο Απανθρακοποίησης, το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης και το Modernisation Fund, καθώς και με τη συμβολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, είναι κρίσιμη για τη συνέχιση του επενδυτικού προγράμματος και για την αποφυγή καθυστερήσεων στις νησιωτικές διασυνδέσεις.
Αναφερόμενος στις ευρύτερες ενεργειακές εξελίξεις, επισήμανε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές προκλήσεις ενεργειακής ασφάλειας και ότι, πέρα από την πράσινη μετάβαση, απαιτείται επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού της οικονομίας. Τόνισε ότι, δεδομένου πως η Ευρώπη δεν διαθέτει τους ίδιους ενεργειακούς πόρους με άλλες περιοχές, η ενίσχυση των δικτύων και η ανάπτυξη των ΑΠΕ αποτελούν στρατηγική επιλογή για την επίτευξη ενεργειακής αυτονομίας. Κατέληξε επισημαίνοντας ότι, παρά τον ρόλο που θα συνεχίσει να διαδραματίζει το φυσικό αέριο στο μεταβατικό στάδιο, η ενίσχυση των ηλεκτρικών υποδομών και η ανάπτυξη της αποθήκευσης ενέργειας αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την ασφάλεια και τη βιωσιμότητα του ενεργειακού συστήματος.
Ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, Ιωάννης Τσακίρης, σημείωσε πως σήμερα η Ευρώπη είναι λιγότερο ανταγωνιστική λόγω του κόστους της ενέργειας, υπογραμμίζοντας ότι «κουτσαίνουμε ήδη, έχοντας μπροστά μας έναν δύσκολο δρόμο». Στο πλαίσιο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη η Ευρώπη να ανεβάσει ταχύτητες με συντονισμένο τρόπο και κοινό σχεδιασμό, ώστε να καταφέρει να υλοποιήσει διασυνδέσεις, έργα δικτύων και υποδομές αποθήκευσης.
Αναφερόμενος στον ρόλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων σε αυτό το περιβάλλον, σημείωσε πως υλοποιεί ετησίως χρηματοδοτήσεις ύψους 100 δισ. ευρώ, οι οποίες, μέσω μόχλευσης, φτάνουν τα 400 δισ. ευρώ, τονίζοντας ότι η πλειονότητα αυτού του ποσού κατευθύνεται στην ευρωπαϊκή οικονομία. Όπως εξήγησε, ο βασικός κορμός των χρηματοδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων αφορά την κλιματική μετάβαση, προσαρμοσμένη στις ανάγκες της ευρωπαϊκής οικονομίας, με εστίαση στην ενεργειακή ασφάλεια και την ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης. Παράλληλα, σημείωσε πως ένα ακόμη μεγάλο μέρος των χρηματοδοτήσεων αφορά την άμυνα και την ασφάλεια, αλλά και την καινοτομία και την ψηφιακή μετάβαση.
Από την πλευρά του, ο Chief Financial Officer της Cenergy Holdings, Αλέξανδρος Μπένος, αναφέρθηκε στην έννοια της ανθεκτικότητας των ενεργειακών υποδομών, επισημαίνοντας ότι αυτή συνίσταται στην ικανότητα ενός συστήματος να αντέχει σε σοκ — γεωπολιτικά, τεχνολογικά ή κλιματικά — και να διασφαλίζει την αξιόπιστη και ταχεία μεταφορά ενέργειας εκεί όπου απαιτείται.
Όπως τόνισε, για να επιτευχθεί αυτό απαιτούνται τρεις βασικές προϋποθέσεις. Πρώτον, υπογράμμισε τη σημασία της συνδεσιμότητας, σημειώνοντας ότι χωρίς επαρκή δίκτυα η παραγόμενη ενέργεια δεν μπορεί να μεταφερθεί από τις περιοχές παραγωγής σε εκείνες όπου υπάρχει ζήτηση. Δεύτερον, ανέδειξε την ανάγκη ευελιξίας, τονίζοντας ότι ένα σύστημα που δεν μπορεί να προσαρμοστεί άμεσα σε έκτακτες συνθήκες δεν μπορεί να θεωρηθεί ανθεκτικό. Τρίτον, υπογράμμισε τον καθοριστικό ρόλο της βιομηχανίας στην υλοποίηση των ενεργειακών υποδομών, επισημαίνοντας ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς ισχυρή βιομηχανική βάση
Όπως ανέφερε, απαιτούνται επενδύσεις, κατάλληλα κίνητρα και εγγυήσεις για μεγάλα έργα, ενώ τόνισε την ανάγκη ύπαρξης σταθερού και υποστηρικτικού ρυθμιστικού πλαισίου που να ενισχύει τη βιομηχανική παραγωγή στην Ευρώπη. Επιπλέον, σημείωσε ότι, για να μπορέσει η βιομηχανία να ανταποκριθεί στις αυξημένες ανάγκες, απαιτείται ορατότητα στον σχεδιασμό των έργων σε βάθος πενταετίας ή και περισσότερο, απλοποίηση των αδειοδοτικών διαδικασιών χωρίς εκπτώσεις σε θέματα ασφάλειας και διαφάνειας, καθώς και ενίσχυση της διαθεσιμότητας εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
«Το 60% της καταναλισκόμενης ενέργειας τηλεμετράται, επιτρέποντας την ανάπτυξη δυναμικών τιμολογίων, τη διαχείριση της ζήτησης και τη μείωση των απωλειών», σημείωσε ο Διευθύνων Σύμβουλος του ΔΕΔΔΗΕ, Αναστάσιος Μάνος. Αναφερόμενος στην εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, τόνισε ότι έχουν ήδη τοποθετηθεί 1,5 εκατ., με στόχο να φτάσουν τα 2,2 εκατ. έως το τέλος του έτους και να ολοκληρωθεί το έργο έως το 2030.
Παρουσιάζοντας το επενδυτικό πλάνο του ΔΕΔΔΗΕ, επισήμανε ότι έως το 2019 οι ετήσιες επενδύσεις ανέρχονταν σε 100–150 εκατ. ευρώ, χωρίς να καλύπτουν ούτε τις βασικές ανάγκες, δημιουργώντας σωρευτικό κενό 1,5 δισ. ευρώ. Έως το 2025, ο ΔΕΔΔΗΕ επικεντρώθηκε στην προετοιμασία για την ψηφιακή μετάβαση και στην ενίσχυση των ΑΠΕ, με επενδύσεις 800 εκατ. ευρώ. Η εγκατεστημένη ισχύς αυξήθηκε από περίπου 3,7 GW το 2019 σε πάνω από 9 GW το 2025, με περισσότερους από 100.000 παραγωγούς, ενώ οι συνδέσεις αυξήθηκαν από 3 σε περίπου 80 ημερησίως.
Από το 2025 και μετά, σημείωσε, η έμφαση δίνεται στην ψηφιοποίηση, την ανθεκτικότητα και τον εξηλεκτρισμό, στο πλαίσιο επενδυτικού προγράμματος 5 δισ. ευρώ, το οποίο έχει υποβληθεί προς έγκριση από την 1η Οκτωβρίου 2025. Κεντρικός άξονας είναι ο τηλεέλεγχος και η ευστάθεια, με πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα ελέγχου σε πραγματικό χρόνο. Παράλληλα, ενισχύεται η ανθεκτικότητα μέσω της μετάβασης από 50 κέντρα ελέγχου σε δύο εθνικά, σε Βορρά και Νότο. Η ψηφιοποίηση επεκτείνεται και με συστήματα GIS, με την Αττική να έχει φτάσει στο 100% και τα αστικά κέντρα σε ποσοστό άνω του 70%, καλύπτοντας έως και το 75% των πελατών.
Αναφερόμενος στον εξηλεκτρισμό, τόνισε ότι νέες χρήσεις, όπως οι prosumers, τα data centers και η ηλεκτροκίνηση, αυξάνουν τη ζήτηση κατά 24% έως το 2030. Σήμερα, είπε, λειτουργούν 21 data centers με ισχύ 44 MW και κατανάλωση 0,065 TWh, η οποία εκτιμάται ότι θα φτάσει τις 1–1,3 TWh έως το 2034–2035. Κλείνοντας, σημείωσε ότι έχουν εγκατασταθεί 9.000 δημόσιοι φορτιστές, εκ των οποίων οι 1.700 είναι ταχυφορτιστές, συνολικής ισχύος 320 MW, με αναλογία ενός φορτιστή ανά τρία οχήματα στην Ελλάδα, έναντι ενός ανά 12 στην Ευρώπη και ενός ανά 32 στις ΗΠΑ.

Στον ρόλο του ΔΕΣΦΑ αναφέρθηκε η Διευθύνουσα Σύμβουλος του ΔΕΣΦΑ, Maria Sferruzza, επισημαίνοντας ότι το φυσικό αέριο θα παραμείνει βασικό ενεργειακό καύσιμο για σημαντικό χρονικό διάστημα. Όπως σημείωσε, η στρατηγική του Διαχειριστή εδράζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: την εγχώρια αγορά και τη διεθνή δραστηριότητα, η οποία έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Η κυρία Sferruzza τόνισε ότι ο ΔΕΣΦΑ είναι κατάλληλα τοποθετημένος ώστε να αυξήσει περαιτέρω τις εξαγωγές φυσικού αερίου, με στόχο ακόμη και τον διπλασιασμό τους, ενώ υπογράμμισε ότι αναπτύσσονται πρόσθετες δραστηριότητες προς αυτή την κατεύθυνση, με ορίζοντα υλοποίησης εντός της φετινής χρονιάς. Αναφερόμενη στην ενεργειακή μετάβαση, υπογράμμισε την ανάγκη μιας ισορροπημένης προσέγγισης, σημειώνοντας ότι, πέραν του φυσικού αερίου, απαιτείται παράλληλη ανάπτυξη τεχνολογιών δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (CCS) και υδρογόνου.
Επισήμανε ότι, ενώ στο παρελθόν η έμφαση δινόταν κατά προτεραιότητα στο υδρογόνο, η σημερινή πραγματικότητα καθιστά σαφές ότι το φυσικό αέριο και η μείωση των εκπομπών CO2 αποτελούν άμεσες προτεραιότητες, ως αναγκαία βήματα προς τη μελλοντική μετάβαση στο υδρογόνο, στο πλαίσιο ενός δυναμικά εξελισσόμενου ενεργειακού μείγματος. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι ο ΔΕΣΦΑ προωθεί το έργο Apollo για τη δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα, ενώ επισήμανε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη μελέτες για τη δυνατότητα μεταφοράς υδρογόνου μέσω των υφιστάμενων υποδομών, λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ελλάδα δεν αναμένεται να αποτελέσει κύριο καταναλωτή υδρογόνου στο άμεσο μέλλον.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να ξεκινήσει η μελέτη σκοπιμότητας για το κοινό έργο στον τομέα του υδρογόνου που αναπτύσσουν από κοινού ο ΔΕΣΦΑ και η Bulgartransgaz, αποδεικνύοντας, όπως ανέφερε, τη δέσμευση των εμπλεκόμενων φορέων. Αυτό σημείωσε ο Executive Director της Bulgartransgaz EAD, Vladimir Malinov, τονίζοντας πως πρόκειται για το πρώτο και μοναδικό έργο υδρογόνου στην ευρύτερη περιοχή που έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI).
Όπως σημείωσε, παρά τις υφιστάμενες αβεβαιότητες, το υδρογόνο αναμένεται να εισέλθει στην περιοχή, ενώ διαφαίνεται σημαντική προοπτική μεταφοράς του από την Ελλάδα μέσω της Βουλγαρίας προς τη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, με βασική πρόκληση τη διαμόρφωση της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, επεσήμανε την ανάγκη πλήρους προετοιμασίας για την έναρξη κατασκευής της διασύνδεσης των δύο χωρών, καθώς και για την ανάπτυξη συμπληρωματικού έργου που θα επιτρέψει τη συνέχιση της μεταφοράς υδρογόνου από τη Βουλγαρία προς τη Ρουμανία και περαιτέρω προς άλλες αγορές, υπό την προϋπόθεση επίτευξης συγκεκριμένων οροσήμων.
Όπως πρόσθεσε, είναι απαραίτητη η σαφής αποτύπωση της αγοράς, τόσο από την πλευρά της παραγωγής όσο και της κατανάλωσης, καθώς και η διαμόρφωση κατάλληλου ρυθμιστικού πλαισίου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αντί αποσπασματικών εθνικών προσεγγίσεων. Τέλος, αναφέρθηκε στον Κάθετο Διάδρομο Φυσικού Αερίου ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ευρείας συνεργασίας, τονίζοντας ότι πρόκειται για πρωτοβουλία που περιλαμβάνει επτά χώρες και εννέα διαφορετικούς φορείς, μεταξύ των οποίων Διαχειριστές και FSRUs.
Τον συντονισμό του πάνελ πραγματοποίησε ο Αιμίλιος Μελής, Deals & Strategy, Head of Strategy της PwC Greece, ο οποίος σημείωσε πως το βασικό συμπέρασμα που προέκυψε από τη συζήτηση ήταν ότι η ελληνική ενεργειακή αγορά αντιμετωπίζει την πρόσφατη γεωπολιτική κρίση με σαφώς μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Όπως τόνισε, νέες αναταράξεις θα υπάρξουν και στο μέλλον και η αγορά πρέπει να αποκτήσει την ικανότητα να εξελίσσεται, καθώς η Ελλάδα έχει μια μοναδική ευκαιρία να ισχυροποιήσει την ανθεκτικότητά της και να εδραιωθεί ως ενεργειακός κόμβος, με τα δίκτυα να εκσυγχρονίζονται, τη διασυνδεσιμότητα να αυξάνεται και θεσμικούς φορείς, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, έτοιμους να στηρίξουν αυτή την πορεία.
Διαβάστε ακόμη:
-
Ευρωζώνη: Σε χαμηλό 10 μηνών ο PMI – Καμπανάκι για στασιμοπληθωρισμό λόγω πολέμου στο Ιράν
-
Χρήστος Μεγάλου: Στόχος της Πειραιώς η πρωτιά στην τεχνολογία
-
Bank of America: Τάση που κάνει θραύση η μόδα των ρούχων από «δεύτερο χέρι»
-
Το ρεσάλτο στο ελληνόκτητο πλοίο «Epaminondas» από τους Φρουρούς της Επανάστασης – ΒΙΝΤΕΟ
