Το βιβλίο προσφορών άνοιξε και η ΔΕΗ εισέρχεται πλέον σε μια νέα εποχή, αλλάζοντας ουσιαστικά «πίστα». Με την κίνηση αυτή, η ΔΕΗ παύει να λειτουργεί αποκλειστικά ως παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας με ισχυρή παρουσία στη λιανική αγορά και στρατηγική συμμετοχή στα δίκτυα διανομής. Αντίθετα, μετασχηματίζεται σταδιακά σε πάροχο κρίσιμων ψηφιακών και ενεργειακών υποδομών για έναν κλάδο που βρίσκεται ακόμη σε πρώιμη αλλά ταχύτατα αναπτυσσόμενη φάση.

Η εταιρεία επιχειρεί να τοποθετηθεί στην αλυσίδα αξίας της τεχνητής νοημοσύνης και του cloud computing, προσφέροντας ολοκληρωμένες λύσεις hyperscale υποδομών σε κορυφαίους παγκόσμιους παρόχους AI και cloud, όπως η Amazon Web Services, η Microsoft Azure και η Google Cloud. Η στρατηγική αυτή διευρύνει ουσιαστικά το επιχειρηματικό της μοντέλο, μεταφέροντας το κέντρο βάρους από την παραδοσιακή παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας, με μακροχρόνια συμβόλαια, αυξημένη προβλεψιμότητα ταμειακών ροών και ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης.

Η Ευρώπη εμφανίζει σήμερα σημαντικό έλλειμμα σε μονάδες data centers μεγάλης κλίμακας, με τις εκτιμήσεις της αγοράς να τοποθετούν το επενδυτικό κενό στα 12GW έως το 2030. Το συνολικό κόστος ανάπτυξης αυτών των υποδομών εκτιμάται μεταξύ €100 δισ. και €120 δισ. Ωστόσο, το βασικό πρόβλημα δεν αφορά τόσο τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων, όσο μια σειρά από δομικές αδυναμίες της ευρωπαϊκής αγοράς, όπως: α) η περιορισμένη διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ισχύος, β) οι μεγάλες καθυστερήσεις σύνδεσης στα δίκτυα, γ) η έλλειψη κατάλληλων εκτάσεων, δ) το υψηλό ενεργειακό κόστος και ε) οι χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης.

Όμως η δυσκολία αυτών των εγχειρημάτων δεν εξαντλείται στην εύρεση πόρων ή το νομοθετικό πλαίσιο. Σε επίπεδο λειτουργίας, η ανάπτυξη data centers που απευθύνονται σε εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης (AI) απαιτεί πολύ υψηλότερη πυκνότητα ισχύος και προηγμένες δυνατότητες ψύξης σε σχέση με τις παραδοσιακές cloud υποδομές. Ως αποτέλεσμα, σημαντικό μέρος των υφιστάμενων ευρωπαϊκών data centers θεωρείται πλέον ακατάλληλο για AI workloads χωρίς εκτεταμένες επενδύσεις αναβάθμισης.

Τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που αναμένεται να καθορίσουν τους νικητές της επόμενης ημέρας αφορούν κυρίως: α) τη φθηνή και αδιάλειπτη πρόσβαση σε ενέργεια, β) τη διαθεσιμότητα γης, γ) την ταχύτητα αδειοδοτήσεων, δ) την πρόσβαση σε ΑΠΕ και ε) τη σταθερότητα του ρυθμιστικού πλαισίου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΔΕΗ διαθέτει ορισμένα μοναδικά στρατηγικά πλεονεκτήματα. Η εταιρεία εκτιμάται ότι μπορεί να προσφέρει αδιάλειπτη ισχύ έως 2,58GW, μέσω της δυνητικής μετατροπής της μονάδας Πτολεμαΐδα V σε μονάδα φυσικού αερίου, ενώ παράλληλα διαθέτει ιδιόκτητο δίκτυο οπτικών ινών υψηλής ταχύτητας, σημαντική διαθεσιμότητα εκτάσεων με ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες για την ανάπτυξη hyperscale υποδομών.

Η επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος θα μπορούσε να εξασφαλίσει μακροχρόνιες συνεργασίες με τις ηγετικές δυνάμεις του κλάδου, όπως hyperscalers και μεγάλοι πάροχοι AI infrastructure, με σημαντικές προεκτάσεις τόσο για τη διεθνή τοποθέτηση της εταιρείας όσο και για τη συνολική αποτίμησή της τα επόμενα χρόνια.

Τα οφέλη ενός τέτοιου μοντέλου είναι πολλαπλά. Οι μακροχρόνιες συμβάσεις PPA μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο του παραγωγικού χαρτοφυλακίου στην περιοχή, ενώ παράλληλα αξιοποιείται ένα σημαντικό μέρος ανενεργής ακίνητης περιουσίας με αποδόσεις που προσεγγίζουν τα standards της αγοράς υποδομών. Επιπλέον, η εταιρεία περιορίζει σημαντικά τον επενδυτικό κίνδυνο, καθώς δεν προχωρά σε κεφαλαιακές δεσμεύσεις χωρίς προηγούμενη συμφωνία με hyperscalers και στρατηγικούς πελάτες.

Ένα συμβόλαιο εκμετάλλευσης διάρκειας 25 ετών, πέρα από την ενίσχυση του κύρους και της αναγνωρισιμότητας της εταιρείας, θα αυξήσει σημαντικά την προβλεψιμότητα των εσόδων και των ταμειακών ροών, προσφέροντας μεγαλύτερη ορατότητα στην κερδοφορία σε βάθος χρόνου.

Τα χαρακτηριστικά αυτά θα μπορούσαν να στηρίξουν τόσο τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων όσο και ένα υψηλότερο εύρος αποτίμησης για τη μετοχή, απομακρύνοντάς την σταδιακά από τους παραδοσιακούς πολλαπλασιαστές των εταιριών κοινής ωφέλειεας. Σήμερα, οι εισηγμένες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο των data centers και των digital infrastructure assets διαπραγματεύονται περίπου στις 24–25 φορές τα λειτουργικά τους κέρδη (EV/EBITDA) και περίπου 13 φορές τις πωλήσεις τους, ενώ σε ιδιωτικές συναλλαγές έχουν παρατηρηθεί ακόμη υψηλότερες αποτιμήσεις, ιδιαίτερα για «AI-ready projects».

Σε πλήρη ανάπτυξη, το data center campus της Κοζάνης θα μπορούσε να φτάσει σε ισχύ το 1GW, με δυνητικά λειτουργικά κέρδη που εκτιμώνται κοντά στα €500 εκατ. ετησίως — μέγεθος που αντιστοιχεί περίπου στο 25% των EBITDA που ανακοίνωσε η ΔΕΗ για το 2025. Με τους πολλαπλασιαστές της αγοράς η αξία αυτή διαμορφώνεται σε 12 δισ. ευρώ. Ρίσκο εκτέλεσης σίγουρα υπάρχει. Αλλά και πολύ υπεραξία επίσης.

Διαβάστε ακόμη: