Εκθέσεις όπου παρουσιάζουν τις προτάσεις τους για αύξηση του κατώτατου μισθού παρουσίασαν φορείς, όπως ΚΕΠΕ, ΙΟΒΕ, ΤτΕ, ΙΝΕ ΓΣΕΕ και ΕΚΑ, ζητώντας να ληφθούν υπόψη τόσο το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, όσο και παράγοντες όπως η παραγωγικότητα, ο μέσος πληθωρισμός και η ανταγωνιστικότητα.

Όπως συμπεραίνουν σε γενικές γραμμές μέσω των εκθέσεων εκτίμησης της αύξησης του κατώτατου μισθού, σημαντικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη στις αποφάσεις της κυβέρνησης είναι η ακρίβεια που γονατίζει τα νοικοκυριά και παράλληλα υπερκαλύπτει τις όποιες αυξήσεις πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.

Επομένως οι αυξήσεις θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη διαβίωση των εργαζομένων και να δίνουν κίνητρο προς εργασία. Αναλυτικά αναφέρουν τα εξής:

Τράπεζα της Ελλάδος: Από 3% έως 5% η αύξηση

Σύμφωνα με την ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος, τα δύο βασικά οικονομικά κριτήρια για την εκτίμηση του περιθωρίου μιας αύξησης του κατώτατου μισθού είναι η διαφύλαξη της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και της σταθερότητας των τιμών.

Σε αυτό το πλαίσιο και δεδομένης της σημαντικής επιβράδυνσης του πληθωρισμού που προβλέπεται για το 2023, κρίνεται ότι υπάρχει περιθώριο για μια λελογισμένη αύξηση των κατώτατων μισθών και ημερομισθίων σε ένα εύρος μεταξύ 3% και 5% από την 1η Απριλίου 2023.

ΚΕΠΕ: Στο 3,5% η αύξηση

Είναι σκόπιμο η πολιτική ηγεσία να γνωρίζει εκ των προτέρων τις αναμενόμενες επιδράσεις από μια μεταβολή του κατώτατου μισθού λαμβάνοντας υπόψη τις εκάστοτε τρέχουσες συνθήκες της ελληνικής οικονομίας, αναφέρει στην έκθεσή του το ΚΕΠΕ.

Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν προηγούμενες εκτιμήσεις του ΚΕΠΕ για μη σοβαρές δευτερογενείς αυξήσεις των μισθών λόγω αύξησης του κατώτατου (spillover effects). Βέβαια, στο βαθμό που παρατηρείται δυσκολία εύρεσης εργατικού δυναμικού από τις επιχειρήσεις, δεν αποκλείεται να καταγραφούν στατιστικά σημαντικές αυξήσεις και σε ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια, σημειώνει αναλύοντας αν θα συμπαρασύρει ο κατώτατος μισθός και τα μισθολόγια ανώτερων βαθμίδων.

Για να διατηρηθεί η καλή επίδοση της χώρας έχει, λοιπόν, σημασία να διατηρηθεί το μοναδιαίο κόστος εργασίας σε χαμηλό επίπεδο, οπότε οι όποιες μισθολογικές αυξήσεις είναι σκόπιμο να μην υπερβαίνουν την αύξηση της ΑΠΑ (Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας), τονίζει και συμπληρώνει σε επόμενη ενότητα:

«Οι όποιες αποφάσεις αναφορικά με τη μεταβολή του κατώτατου μισθού εκτός από το ότι θα πρέπει να είναι συμβατές με τις εξελίξεις της παραγωγικότητας, προκειμένου το όποιο αρνητικό τους αποτέλεσμα στην απασχόληση να είναι χαμηλής έντασης, θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη και το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον και να αποφεύγονται σε περιόδους ύφεσης.

Δεδομένου ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας το 2024 θα κυμανθεί περίπου στο 2%, οποιαδήποτε αύξηση του κατώτατου μισθού πάνω από 3 με 4% θα αυξήσει το μοναδιαίο κόστος εργασίας.

Προκειμένου να μην δημιουργηθεί έλλειμα ανταγωνιστικότητας, η όποια επιπλέον αύξηση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψιν της και τις προθέσεις των υπόλοιπων χωρών, με τις οποίες ανταγωνιζόμαστε.

Ως εκ τούτου για το 2024 υπάρχει η δυνατότητα αύξησης του κατώτατου μισθού, η οποία όμως δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικά μεγάλη και να μην αποκλίνει σε μεγάλο βαθμό από το μέσο πληθωρισμό του 2023, καθώς θα επιβαρύνει περισσότερο τις μικρές επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις σε συγκεκριμένους κλάδους, όπου ο κατώτατος μισθός είναι πιο διαδεδομένος».

ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Στα 908 ευρώ πρέπει να φτάσει ο κατώτατος

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ στις εκθέσεις του για τον κατώτατο μισθό έχει κατ’ επανάληψη επισημάνει ότι ο πρωταρχικός στόχος του θεσμού του κατώτατου μισθού είναι, λαμβάνοντας υπόψη το πραγματικό κόστος ζωής, η προστασία των εργαζομένων από μια χαμηλή αμοιβή η οποία δεν διασφαλίζει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης στους ίδιους και στις οικογένειές τους.

Ο κατώτατος μισθός προσδιορίζει το ελάχιστο όριο βιοτικού επιπέδου που είναι κοινωνικά αποδεκτό στις δημοκρατίες, για εκείνους που βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο της κατανομής των αμοιβών. Επιπλέον, συμβάλλει στη διασφάλιση ενός δίκαιου και ισότιμου μεριδίου των καρπών της προόδου και ενός ελάχιστου μισθού διαβίωσης σε όλους όσοι εργάζονται και χρειάζονται προστασία από την απληστία των δυνάμεων της αγοράς.

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει απολύτως αντιληπτό ότι ο κατώτατος μισθός ως θεσμός της αγοράς εργασίας αποτελεί δομικό στοιχείο των πολιτικών για την εξάλειψη της φτώχειας και τη μείωση των ανισοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των ανισοτήτων μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Με δεδομένα τα παραπάνω η πρόταση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για τον κατώτατο μισθό το 2024 θα πρέπει να διαμορφωθεί με συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Το 2023 ο μεικτός διάμεσος μισθός πλήρους απασχόλησης εκτιμάται στα 1.443 ευρώ μηνιαίως, με το 60% του διάμεσου μισθού, που είναι το κατώφλι της σχετικής φτώχειας, να ανέρχεται στα 866 ευρώ.

Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας το 2023 και τον εκτιμώμενο πληθωρισμό για το 2024, ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να ανέλθει στα 908 ευρώ, ώστε να υπάρξει ουσιαστική προστασία των μισθωτών που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό από την ακρίβεια, να απεγκλωβιστούν από την παγίδα της σχετικής φτώχειας και να μη μεταβληθεί η θέση τους στη διανομή του εισοδήματος.

κατώτατος μισθός

ΙΟΒΕ: Στο 3,5% να κυμανθεί η αύξηση

Όπως συμπεραίνει στην έκθεσή του το ΙΟΒΕ, τα στοιχεία δείχνουν ότι ένας διόλου ευκαταφρόνητος αριθμός μισθωτών του ιδιωτικού τομέα αμείβεται πλέον με τον κατώτατο μισθό ή με μισθό εξαιρετικά κοντά στον κατώτατο.

Ο κατώτατος μισθός είναι ήδη το 69% του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, όπως φαίνεται και από τον δείκτη Kaitz, καταδεικνύοντας πόσο κοντά είναι οι δύο και επιβεβαιώνοντας τη σταθερή θετική σχέση τους.

Οι μικρές επιχειρήσεις, με έως 10 εργαζόμενους, κατά μέσο όρο έχουν χαμηλότερους μισθούς σε σχέση με τις πιο μεγάλες (>10), που προσφέρουν κατά κανόνα καλύτερες αμοιβές, ενώ καταγράφονται και συστηματικές κλαδικές μισθολογικές διαφορές. Ως εκ τούτου, η επίδραση του κατώτατου μισθού δεν είναι ομοιογενής, καθώς, κατά κανόνα, επηρεάζει περισσότερο τις μικρές επιχειρήσεις και συγκεκριμένους κλάδους.

Μια αύξηση των τιμών κατά 4,2% το 2023 σημαίνει αντίστοιχη απώλεια αγοραστικής δύναμης. Αυτό είναι σημαντικό για νοικοκυριά στο κάτω άκρο της κατανομής των αποδοχών, όπως αυτά που συγκροτούν, π.χ., οι απασχολούμενοι που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

Άρα, ο αυξημένος πληθωρισμός αποτελεί ένα ισχυρό επιχείρημα αύξησης του κατώτατου, ώστε να αναπληρωθεί ένα μέρος των απωλειών της αγοραστικής δύναμης. Αν και το επιχείρημα ήταν ισχυρότερο το 2022, όταν ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 9%, είναι επίσης ισχυρό και το 2023.

Εντούτοις, οι όποιες αυξήσεις με κριτήριο τον πληθωρισμό δεν θα πρέπει να είναι υπερβολικές, καθώς μπορεί να οδηγήσουν σε ανατροφοδότηση του πληθωρισμού και σε ένα σπιράλ αύξησης μεταξύ μισθών και πληθωρισμό.

Ακόμη σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΦΚΑ και του Π/Σ Εργάνη ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσοστό των απασχολούμενων, μεταξύ 25% και 35%, εμφανίζεται να λαμβάνει μισθό μικρότερο από τον κατώτατο μηνιαίο.

Αυτό είναι κυρίως αποτέλεσμα της ευρείας εξάπλωσης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, μεταξύ των οποίων και η μερική απασχόληση, η οποία σύμφωνα με στοιχεία του ΕΦΚΑ για τις κοινές επιχειρήσεις από 11% (103χιλ.) τον Δεκέμβριο του 2009 ανήλθε σε 22,6% (291χιλ.) τον Δεκέμβριο του 2022.

Παράλληλα, ο υψηλός πληθωρισμός φαίνεται ότι απορρόφησε πολύ μεγάλο μέρος από τις μισθολογικές αυξήσεις που δόθηκαν, αφού οι μέσοι μισθοί σε πραγματικούς όρους είναι αυξημένοι κατά μόλις 1,6% έναντι ονομαστικών αυξήσεων 5,2%.

Τα παραπάνω στοιχεία αναδεικνύουν ότι υπάρχει περιθώριο για αύξηση του κατώτατου μισθού σε ονομαστικό επίπεδο, προς την περιοχή του εκτιμώμενου πληθωρισμού για το 2023. Κρίνεται σκόπιμο οποιαδήποτε αύξηση στο επίπεδο του κατώτατου μισθού βραχυχρόνια να είναι συνετή ως προς τη διαχείριση των προσδοκιών, ώστε να μην αποτελέσει παράγοντα ενίσχυσης επίμονων πληθωριστικών πιέσεων που προκαλέσουν μεσοπρόθεσμα πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και εν τέλει μειώσουν τα πραγματικά εισοδήματα των εργαζομένων.

Μια συνετή αύξηση καλείται να λαμβάνει υπόψη τον υψηλό βαθμό συμπίεσης των μισθών στην Ελλάδα, την επιβραδυνόμενη αύξηση της παραγωγικότητας, καθώς και την τρέχουσα συγκυρία της κρίσης ενέργειας, του κόστους ζωής και της υψηλής αβεβαιότητας.

Ο υψηλός πληθωρισμός, ειδικά σε κατηγορίες τροφίμων και ενεργειακών αγαθών, ασκεί πίεση στην αγοραστική δύναμη και το επίπεδο διαβίωσης των νοικοκυριών. Αυτό καθιστά απαραίτητη την παράλληλη παροχή στήριξης μέσα από στοχευμένα μέτρα πολιτικής προς τα πλέον ευάλωτα νοικοκυριά, χωρίς αυτά να θέτουν σε κίνδυνο την πορεία μείωσης του υψηλού ποσοστού ανεργίας ή τον στόχο μείωσης της ανεπίσημης απασχόλησης.

Ο ορισμός ενός κατάλληλου επιπέδου κατώτατου μισθού είναι σκόπιμο να λειτουργεί συνδυαστικά και όχι ανεξάρτητα από αυτά. Στο πλαίσιο της διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης που έχει ανάγκη σήμερα η ελληνική οικονομία, κρίνεται σκόπιμο να συνεχιστεί ως δημοσιονομική προτεραιότητα η περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ειδικά σε σχέση με τη φορολογία της εργασίας, τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, ενδεχόμενα και με εφαρμογή έως ένα ελάχιστο επίπεδο μισθού.

Αυτό θα έχει άμεσα θετικές συνέπειες στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, βελτιώνοντας τη σχετική αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων εισοδηματικών κλιμακίων, καθώς και τα κίνητρα των ατόμων για επίσημη απασχόληση, με ευεργετικές επιδράσεις για την πραγματική οικονομία και τη δημοσιονομική κατάσταση μεσο-μακροχρόνια.

Μία αύξηση του επιπέδου του κατώτατου μισθού ταχύτερη από αυτήν της παραγωγικότητας εγκυμονεί κινδύνους για τις προοπτικές μακροχρόνιας και βιώσιμης ανάπτυξης της χώρας. Θα μπορούσε να ανακόψει την αποκλιμάκωση της ακόμα υψηλής ανεργίας, με αρνητικές συνέπειες στην «απασχολησιμότητα» του άνεργου ανθρώπινου δυναμικού, καθώς και να ενισχύσει την ανεπίσημη αγορά εργασίας, με επιπτώσεις στην επάρκεια του μελλοντικού συνταξιοδοτικού εισοδήματος των ανασφάλιστων εργαζομένων.

Κατώτατος

pixabay

Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας: Διεκδικεί αυξήσεις των μισθών, μέτρα για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και ΣΣΕ – Απεργία για 28 Φεβρουαρίου

Το θέμα της ακρίβειας, αλλά και η ανάγκη για αύξηση των μισθών, τέθηκαν στο επίκεντρο της εκδήλωσης που διοργάνωσε το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας (ΕΚΑ), στην οποία μίλησαν εκπρόσωποι φορέων και κομμάτων.
Όπως είπε ο πρόεδρος του ΕΚΑ, Κώστας Κουλούρης, τα συνδικάτα αγωνίζονται με κάθε μέσο που διαθέτουν, προκειμένου να υπάρξει ένα ανάχωμα στις συνέπειες αυτής της ζοφερής κατάστασης.

Σύμφωνα τον κ. Κουλούρη, το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αθήνας έχει θέσει στο επίκεντρο της δράσης και των διεκδικήσεών του για το επόμενο διάστημα τις αυξήσεις των μισθών, τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, την πάταξη της αισχροκέρδειας και την επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.

«Για τον λόγο αυτό, προκηρύξαμε 24ωρη παναττική απεργία την Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου 2024» σημείωσε ο κ. Κουλούρης, επισημαίνοντας ότι οι δράσεις του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Αθήνας εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο διεκδικήσεων της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ), η οποία προκήρυξε γενική απεργία στις 17 Απριλίου 2024.

«Τα συνδικάτα καταγγέλλουμε την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, με βασικό σύνθημα “η ακρίβεια στον Θεό-οι μισθοί στα τάρταρα-θέλουμε πραγματικές αυξήσεις-θέλουμε πίσω τις συλλογικές μας συμβάσεις και τα θέλουμε τώρα”» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Κουλούρης.

Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η κατάσταση με την ακρίβεια έχει ξεφύγει, εξαϋλώνει το εισόδημα των εργαζομένων και οδηγεί σε ακραίες καταστάσεις ανέχειας τους χαμηλά αμειβόμενους μισθωτούς, τους ανέργους, τους συνταξιούχους, τις μονογονεϊκές οικογένειες και, γενικότερα, τους πλέον ευάλωτους.

Τέλος, ο κ. Κουλούρης απαρίθμησε τις κύριες διεκδικήσεις, οι οποίες είναι οι εξής:

-Η πάταξη της κερδοσκοπίας σε όλες τις επιχειρήσεις βασικών κλάδων παραγωγής και εμπορίας βασικών αγαθών διατροφής και έκτακτη φορολογία επί των κερδών αλυσίδων σούπερ μάρκετ και επιχειρήσεων ενέργειας, μεταφορών και τραπεζών.

-Η ουσιαστική ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού και των ελεγκτικών μηχανισμών του υπουργείου Ανάπτυξης και των Περιφερειών για τον γρήγορο, άμεσο και αποτελεσματικό έλεγχο των πρακτικών αισχροκέρδειας.

-Η μείωση του ΦΠΑ για έναν χρόνο σε βασικά είδη διατροφής και διατίμηση σε βασικά αγαθά πρώτης ανάγκης των νοικοκυριών, όπως το βρεφικό γάλα, το παστεριωμένο γάλα, τα δημητριακά, το τυρί, τα αλλαντικά, το κοτόπουλο, το χοιρινό, τα ζυμαρικά, τα όσπρια, τα λαχανικά, οι βρεφικές πάνες, τα προϊόντα προσωπικής υγιεινής και τα απορρυπαντικά.

-Η αύξηση των μισθών, πέραν του κατώτατου μισθού, για την προστασία της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

-Η επαναφορά του δώρου των εορτών και του επιδόματος αδείας στα προ μνημονίων επίπεδα για τον δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

-Ο υπολογισμός του χρονικού διαστήματος 2012-2023 για την προσαύξηση του μισθού των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, λόγω των τριετιών.

-Η άμεση επαναφορά του προσδιορισμού του κατώτατου μισθού από τους εργαζόμενους και τους εργοδότες και η αποκατάσταση όλων των προτεραιοτήτων του συλλογικού εργατικού δικαίου.

-Οι εντατικοί έλεγχοι για την προστασία των εργαζομένων από τα εργατικά ατυχήματα.

Ο κατώτατος μισθός στην Ευρώπη

Η πρώτη ομάδα χωρών, με μηνιαίο μεικτό μισθό άνω των €1.500, αποτελείται από έξι χώρες, το Λουξεμβούργο, την Ιρλανδία, την Ολλανδία, την Γερμανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία. Στη συνέχεια, η Ισπανία και η Σλοβενία ξεχωρίζουν με κατώτατο μισθό άνω των €1.000. Στη συνέχεια, σε δεκατρείς χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα (€910), ο κατώτατος μισθός κυμαίνεται μεταξύ €663 (Ρουμανία) και €1000 (Κύπρος), ενώ στην χαμηλότερη θέση εμφανίζεται η Βουλγαρία με κατώτατο μισθό στα €477. Η Ελλάδα σήμερα κατέχει τη 14η υψηλότερη θέση μεταξύ των 22 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό σε εθνικό επίπεδο.

Διαβάστε ακόμη: