To δημόσιο χρέος των ΗΠΑ επιστρέφει σε επίπεδα που είχαν καταγραφεί για τελευταία φορά πριν από 80 χρόνια, στον απόηχο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Παρά τους ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης της μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη, ο ομοσπονδιακός δανεισμός αυξάνεται με εξίσου γρήγορο ρυθμό, οδηγώντας το χρέος στο 100% του ΑΕΠ και φέρνοντας τη χώρα όλο και πιο κοντά στο ιστορικό ρεκόρ του 1946.
Την ίδια ώρα, το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα πλησιάζει τα 2 τρισ. δολάρια, ενώ το αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και οι πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τις μακροπρόθεσμες προοπτικές.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, το αμερικανικό δημόσιο χρέος που βρίσκεται στα χέρια ιδιωτών και θεσμικών επενδυτών ανήλθε στο 100% του ΑΕΠ κατά το δημοσιονομικό έτος που ολοκληρώθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου, ξεπερνώντας το συγκεκριμένο όριο για πρώτη φορά από το 1946.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε ανακοινώσει προηγουμένως ότι το χρέος που διακρατείται από το επενδυτικό κοινό ανερχόταν στις 30 Σεπτεμβρίου σε 32,2 τρισ. δολάρια.
Με τη δημοσιοποίηση, την Πέμπτη, των στοιχείων για την οικονομική παραγωγή του τρίτου τριμήνου, προέκυψε ότι το ποσό αυτό αντιστοιχεί ακριβώς στο 100,03% του ΑΕΠ για το σύνολο του δημοσιονομικού έτους.
Το ποσοστό είναι αυξημένο σε σχέση με το 99,4% που είχε καταγραφεί στο τέλος του δημοσιονομικού έτους 2025, αν και παραμένει χαμηλότερο από την πρόβλεψη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), το οποίο τον Φεβρουάριο εκτιμούσε ότι θα διαμορφωνόταν στο 100,6%.
Οι ΗΠΑ πλησιάζουν πλέον σταθερά το ιστορικό ρεκόρ του 1946, όταν το χρέος είχε φτάσει στο 106% του ΑΕΠ, ως αποτέλεσμα του εκτεταμένου κρατικού δανεισμού που απαιτήθηκε για τη χρηματοδότηση της πολεμικής προσπάθειας και τη νίκη στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παράλληλα, το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα, το οποίο πλησίασε τα 2 τρισ. δολάρια, αντιστοιχούσε στο 6,2% του ΑΕΠ, παρατείνοντας μια ασυνήθιστη περίοδο μεγάλων ελλειμμάτων σε συνθήκες που δεν χαρακτηρίζονται από πόλεμο, ύφεση ή κάποια έκτακτη ανάγκη.
Οι ετήσιοι υπολογισμοί βασίζονται στο ΑΕΠ των τεσσάρων τριμήνων του δημοσιονομικού έτους, με την κυβέρνηση να δημοσιοποιεί την Πέμπτη την πρώτη εκτίμηση για το τελευταίο τρίμηνο.
Η αμερικανική οικονομία αναπτύχθηκε με ταχύ ρυθμό κατά το τρίτο τρίμηνο, ωστόσο ο ομοσπονδιακός δανεισμός αυξάνεται με αντίστοιχη ταχύτητα, περιορίζοντας τα οφέλη της ισχυρής οικονομικής δραστηριότητας για τη σχέση χρέους προς ΑΕΠ.
Γιατί τα 32,2 τρισ. δολάρια έχουν μεγαλύτερη σημασία από τα 40 τρισ.
Παρότι πολλοί αναλυτές και σχολιαστές αναφέρονται στο συνολικό ομοσπονδιακό χρέος, το οποίο πρόσφατα ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια, οι οικονομολόγοι προτιμούν να χρησιμοποιούν τον δείκτη του χρέους που διακρατείται από το επενδυτικό κοινό, καθώς θεωρείται καταλληλότερος για την αποτύπωση του πραγματικού βάρους του κρατικού δανεισμού.
Το συνολικό ποσό των 40 τρισ. δολαρίων περιλαμβάνει και υποχρεώσεις μεταξύ διαφορετικών φορέων της ίδιας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι τίτλοι του αμερικανικού Δημοσίου που βρίσκονται στο αποθεματικό ταμείο του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης.
Οι ΗΠΑ είχαν ήδη αγγίξει το όριο του 100% με βάση έναν ενδιάμεσο υπολογισμό νωρίτερα φέτος. Ωστόσο, οι αναθεωρήσεις των στοιχείων για το ΑΕΠ, όπως και οι μεταβολές στον τρόπο και τον χρόνο έκδοσης κρατικού χρέους, μπορούν να προκαλέσουν διακυμάνσεις στον συγκεκριμένο δείκτη.
Επιπλέον, ενδεχόμενες αναθεωρήσεις των στοιχείων για το ΑΕΠ του τρίτου τριμήνου θα μπορούσαν να μεταβάλουν την τελική αναλογία του χρέους προς την οικονομική παραγωγή.
Από τα πλεονάσματα του 2000 στη σημερινή έκρηξη του χρέους
Τα σημερινά υψηλά επίπεδα χρέους και δημοσιονομικού ελλείμματος αποτυπώνουν τη θεαματική επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών των ΗΠΑ από τις αρχές του αιώνα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατέγραφε ετήσια δημοσιονομικά πλεονάσματα, χάρη στην ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, τον περιορισμό των κρατικών δαπανών και τα αυξημένα φορολογικά έσοδα από τα κεφαλαιακά κέρδη που δημιουργούσε η χρηματιστηριακή άνθηση των εταιρειών τεχνολογίας, κατά την περίοδο της λεγόμενης «φούσκας των dot-com».
Το 2000, το δημόσιο χρέος αντιστοιχούσε μόλις στο 33,7% του ΑΕΠ και ακολουθούσε πτωτική πορεία.
Στις αρχές του 2001, ο Άλαν Γκρίνσπαν, τότε πρόεδρος της Federal Reserve, είχε αρχίσει μάλιστα να εκφράζει ανησυχίες για τα πιθανά προβλήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν στην οικονομία και στις χρηματοπιστωτικές αγορές εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες εξοφλούσαν πλήρως το δημόσιο χρέος τους.
Η εξέλιξη, ωστόσο, αποδείχθηκε εντελώς διαφορετική.
Το Κογκρέσο προχώρησε διαδοχικά σε φορολογικές μειώσεις, ενώ παράλληλα αύξησε τις κρατικές δαπάνες προκειμένου να αντιμετωπίσει μια σειρά έκτακτων καταστάσεων.
Σε αυτές περιλαμβάνονταν οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 και η πανδημία της Covid-19 το 2020.
Την ίδια στιγμή, η γήρανση του αμερικανικού πληθυσμού οδήγησε σε σημαντική αύξηση των δαπανών για το σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης (Social Security) και το ομοσπονδιακό πρόγραμμα υγειονομικής περίθαλψης Medicare.
Η απειλή για τις συντάξεις και ο πονοκέφαλος των επιτοκίων
Οι προοπτικές για τα αμερικανικά δημόσια οικονομικά παραμένουν ιδιαίτερα δύσκολες.
Το σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης προβλέπεται ότι θα βρεθεί αντιμέτωπο με εξάντληση των αποθεματικών του το 2032, εξέλιξη που θα ενεργοποιήσει αυτόματες περικοπές παροχών, εφόσον το Κογκρέσο δεν προχωρήσει σε νομοθετικές παρεμβάσεις.
Παράλληλα, το καθαρό κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, μία από τις πλέον ανελαστικές δαπάνες του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, αναμένεται να αυξηθεί κατά περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ μέσα στην επόμενη δεκαετία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του CBO.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο από την πορεία των επιτοκίων.
Η πρόβλεψη που είχε δημοσιοποιηθεί νωρίτερα φέτος βασιζόταν στην παραδοχή ότι τα επιτόκια θα βρίσκονταν σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα που επικρατούν σήμερα.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, εάν όλα τα επιτόκια διαμορφωθούν μόλις κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από τις προβλέψεις του CBO, το πρόσθετο κόστος τόκων για την επόμενη δεκαετία θα ανέλθει σε 379 δισ. δολάρια.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει πόσο ευάλωτος έχει καταστεί ο αμερικανικός προϋπολογισμός ακόμη και σε σχετικά μικρές μεταβολές του κόστους δανεισμού.
Διαβάστε ακόμη:
- Pizza Fan: Το παρασκήνιο της πιθανής μεγάλης εξαγοράς και ποιος είναι ο «μνηστήρας»
- Τσίπρας: Σκληρό ροκ, επιστροφή των παλιών και μάχη για τον έλεγχο της Κεντροαριστεράς
- Οι μπίζνες του Λιόλιου με τους δήμους για την οργάνωση τουρνουά «3×3»
- Η υποκρισία του ΠΑΣΟΚ: Τελικά μιλούν με όλους, αλλά το πρόβλημα ήταν ο …Δούκας
