Τα εθνικιστικά κόμματα της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Ιρλανδίας προσπαθούν να δημιουργήσουν νέα πολιτική δυναμική σχετικά με το μέλλον του Ηνωμένου Βασιλείου.
Tο SNP, το Sinn Féin και το Plaid Cymru υπέγραψαν στο Κάρντιφ της Ουαλίας κοινό μνημόνιο συνεργασίας, καλώντας τη βρετανική κυβέρνηση να προετοιμαστεί για συνταγματικές αλλαγές με στόχο τη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων αυτοδιάθεσης. Εν τω μεταξύ, το Λονδίνο έχει ήδη αιφνιδιαστεί από τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος το Σαββατοκύριακο τάχθηκε υπέρ μιας «ενοποίησης» της Ιρλανδίας.
Στη συνάντηση στο Κάρντιφ συμμετείχαν ο επικεφαλής της κυβέρνησης της Σκωτίας και ηγέτης του SNP Τζον Σουίνι, ο επικεφαλής της κυβέρνησης της Ουαλίας και ηγέτης του Plaid Cymru Ριν απ Γιόρουερθ και η επικεφαλής της κυβέρνησης της Βόρειας Ιρλανδίας και αντιπρόεδρος του Sinn Féin Μισέλ Ο’Νιλ. Παρούσα ήταν, επίσης, η πρόεδρος του Sinn Féin, Μαίρη Λου Μακντόναλντ.
Η σημαντική θεσμική λεπτομέρεια είναι ότι οι τρεις συμμετείχαν ως κομματικοί ηγέτες και όχι ως εκπρόσωποι των αντίστοιχων κυβερνήσεών τους. Επομένως, η συμφωνία αποτελεί πολιτική πρωτοβουλία των τριών κομμάτων και δεν συνιστά διακυβερνητική συμφωνία.
Στο κοινό κείμενο αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι «η εποχή του Γουέστμινστερ φτάνει στο τέλος της», ενώ οι υπογράφοντες υποστηρίζουν πως η δυναμική υπέρ της συνταγματικής αλλαγής ενισχύεται.
Πίεση για αυτοδιάθεση και δημοψηφίσματα
Τα τρία κόμματα καλούν την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου «να προετοιμαστεί, να σχεδιάσει και να διευκολύνει» τη συνταγματική αλλαγή στις τρεις δικαιοδοσίες.
Παράλληλα, δεσμεύονται να ενισχύσουν τη συνεργασία τους σε οικονομία, ενέργεια και διεθνείς σχέσεις, ενώ τάσσονται υπέρ μιας μελλοντικής σχέσης των εθνών τους με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Οι επιδιώξεις τους, ωστόσο, δεν είναι ίδιες. Το SNP ζητάει την ανεξαρτησία της Σκωτίας και το Plaid Cymru την ανεξαρτησία της Ουαλίας. Το Sinn Féin επιδιώκει την ένωση της Βόρειας Ιρλανδίας με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας.
Η ίδια η συμφωνία αναγνωρίζει ότι τα τρία κόμματα έχουν διαφορετικές συνταγματικές θέσεις και ότι κάθε περιοχή θα καθορίσει το μέλλον της «με τον δικό της τρόπο και στον δικό της χρόνο».
Στη Βόρεια Ιρλανδία, το ζήτημα έχει διαφορετική θεσμική βάση από εκείνη της Σκωτίας. Ο Northern Ireland Act 1998 προβλέπει τη δυνατότητα διεξαγωγής δημοψηφίσματος για το αν η Βόρεια Ιρλανδία θα παραμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο ή θα ενωθεί με την Ιρλανδία εφόσον ο αρμόδιος υπουργός της βρετανικής κυβέρνησης κρίνει ότι είναι πιθανό να υπάρχει πλειοψηφία υπέρ της αλλαγής.
Το «μπρα ντε φερ» με το Λονδίνο
Η συμφωνία έρχεται μετά την αναζωπύρωση της συζήτησης για ένα δεύτερο δημοψήφισμα στη Σκωτία.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός Άντι Μπέρναμ είχε δηλώσει στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι ένα νέο δημοψήφισμα θα μπορούσε να εξεταστεί εφόσον υπήρχε «σαφής συναίνεση» στη Σκωτία. Ωστόσο, σε επιστολή προς τον Τζον Σουίνι διευκρίνισε στη συνέχεια ότι δεν τίθεται θέμα διεξαγωγής νέου δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία της Σκωτίας.
Ο Σουίνι συνεχίζει να πιέζει για έναν σαφή νομικό μηχανισμό που θα επέτρεπε στους Σκωτσέζους να αποφασίσουν για το συνταγματικό τους μέλλον.
Στη Βόρεια Ιρλανδία, πάντως, η συμμετοχή της Ο’Νιλ στη συνάντηση προκάλεσε αντιδράσεις από το DUP. Η αναπληρώτρια επικεφαλής της κυβέρνησης, Έμα Λίτλ-Πένγκελι, υποστήριξε ότι η Ο’Νιλ δεν είχε ζητήσει τη συναίνεσή της για να ταξιδέψει στο Κάρντιφ ή να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο υπό την επίσημη ιδιότητά της ως επικεφαλής της κυβέρνησης.
Η διαφωνία έχει θεσμική σημασία, καθώς στη Βόρεια Ιρλανδία οι δύο κορυφαίες θέσεις της εκτελεστικής εξουσίας αποτελούν κοινό και αλληλένδετο θεσμό στο πλαίσιο του συστήματος κατανομής εξουσίας.
Το νέο μέτωπο δεν σημαίνει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο οδεύει αυτομάτως προς διάλυση. Δείχνει, όμως, ότι τα τρία κόμματα επιδιώκουν, πλέον, στενότερο συντονισμό και θέλουν να αυξήσουν την πολιτική πίεση προς το Γουέστμινστερ για δημοκρατικές διαδικασίες σχετικά με το συνταγματικό μέλλον της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.