Για λίγες μέρες τον Αύγουστο, τα χωριά της Ίμβρου αποκτούν ξανά έντονο ελληνικό χρώμα. Οι εκκλησίες γεμίζουν ήχους από τις καμπάνες, οι οικογένειες επιστρέφουν στα πατρικά τους σπίτια και ο Δεκαπενταύγουστος γίνεται αφορμή για κάτι περισσότερο από έναν θρησκευτικό εορτασμό: γίνεται μια συμβολική επιστροφή στις ρίζες και στον τόπο καταγωγής.
Μόλις, όμως, περάσει το καλοκαίρι, επανέρχεται το ίδιο κρίσιμο ερώτημα: έχει μέλλον η ιστορική ελληνική κοινότητα του νησιού και μπορεί να διατηρηθεί ζωντανή μέσα από τις επόμενες γενιές;
Ένα ρεπορτάζ της Buse Keskin για το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP), μεταφέρει τις ιστορίες ανθρώπων που εγκατέλειψαν την Ίμβρο, άλλων που αποφάσισαν να επιστρέψουν, αλλά και κατοίκων που παρακολουθούν τη σταδιακή μετατροπή της ελληνικής κληρονομιάς της Ίμβρου και της Τενέδου σε τουριστικό αξιοθέατο. Την ίδια στιγμή, οι κοινότητες που διαμόρφωσαν αυτή την ιστορία συνεχίζουν να συρρικνώνονται.
Tα νησιά που εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή
Με τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Ίμβρου, της Τενέδου και της Κωνσταντινούπολης εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Αντίστοιχη εξαίρεση ίσχυσε για τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης.
Οι Έλληνες αποτελούσαν για πολλά χρόνια την κυρίαρχη πληθυσμιακή ομάδα της Ίμβρου. Σταδιακά, όμως, μια σειρά από αποφάσεις των τουρκικών Αρχών, οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στις μειονοτικές δομές και η διαρκής ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις άρχισαν να αποδυναμώνουν την ελληνική παρουσία στο νησί.
Καθοριστική υπήρξε η χρονιά του 1964. Ενώ η κρίση στην Κύπρο κλιμακωνόταν, οι τουρκικές Αρχές έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία του νησιού και δημιούργησαν ανοιχτές αγροτικές φυλακές σε απαλλοτριωμένη γη κοντά στο Σχοινούδι, το μεγαλύτερο τότε ελληνικό χωριό της Ίμβρου.
Η εγκατάσταση κρατουμένων, σε συνδυασμό με περιστατικά κλοπών και βίαιων ενεργειών, ενίσχυσε το αίσθημα ανασφάλειας μεταξύ των ελληνικών οικογενειών. Η φυγή από το νησί πήρε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις μετά το 1974, όταν η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο.
Προσωπική μαρτυρία του Ντίνου Χαϊμάντου – «Ακόμη νιώθω ότι εδώ είναι το σπίτι μου»
Ο 77χρονος Ντίνος Χαϊμάντος έφυγε από την Ίμβρο σε ηλικία 13 ετών. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη και πέντε χρόνια αργότερα βρέθηκε στο Σίδνεϊ της Αυστραλίας.
Παρότι πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από το νησί, ο δεσμός του με τον γενέθλιο τόπο δεν κόπηκε ποτέ. Επιστρέφοντας στην Ίμβρο, αναγνωρίζει ακόμη τους δρόμους, τους ανθρώπους και έναν τρόπο ζωής που θυμάται από την παιδική του ηλικία.
Το ίδιο σύνθετη είναι η μνήμη του βοσκού Γιώργη Μπάκη, συγγενής του οποίου δολοφονήθηκε εκείνη την περίοδο. Ο επιχειρηματίας Χρήστος Βογιατζής, από την πλευρά του, διαχωρίζει τις σχέσεις μεταξύ των απλών κατοίκων από τις πολιτικές που εφαρμόστηκαν σε βάρος της ελληνικής κοινότητας.
Οι μαρτυρίες τους δείχνουν ότι η έξοδος δεν υπήρξε αποτέλεσμα μιας φυσικής δημογραφικής μεταβολής. Ήταν η κατάληξη ενός περιβάλλοντος ανασφάλειας, στο οποίο οι ελληνικές οικογένειες ένιωσαν ότι δεν είχαν πλέον μέλλον στον τόπο τους.
Η επιστροφή του ελληνικού σχολείου και η νέα αρχή
Μια σημαντική αλλαγή σημειώθηκε το 2013, όταν επαναλειτούργησε ελληνικό σχολείο στην Ίμβρο, με τη διαδικασία να ενισχύεται και από την ευρωπαϊκή υποστήριξη.
Ο 52χρονος τραγουδιστής Στέλιος Μπερμπέρης, ο οποίος γεννήθηκε στο νησί και επέστρεψε πριν από πέντε χρόνια για να εγκατασταθεί μόνιμα, υποστηρίζει ότι έκτοτε περίπου 600 Έλληνες έχουν επιστρέψει. Η εκτίμηση ανήκει στον ίδιο και αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν συγκριθεί με το 2005, όταν στην Ίμβρο είχαν απομείνει λιγότεροι από 70 Έλληνες.
Ο Μπερμπέρης και η σύζυγός του Πελίν διατηρούν μια πέτρινη ταβέρνα στους Αγίους Θεοδώρους, το γενέθλιο χωριό του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Εκεί τραγουδούν ελληνικά και τουρκικά, με τα ρεμπέτικα για την ξενιτιά, τις χαμένες πατρίδες και τον ανεκπλήρωτο έρωτα να βρίσκονται στο επίκεντρο.
Παρά τις ενδείξεις αναγέννησης, η ελληνική κοινότητα παραμένει μικρή μπροστά στους περίπου 7.000 μόνιμους κατοίκους του νησιού. Το καλοκαίρι, όταν κορυφώνεται η τουριστική κίνηση, ο συνολικός πληθυσμός μπορεί να φτάσει τις 30.000.
Ο ίδιος ο Μπερμπέρης συμπυκνώνει την αγωνία του σε τέσσερις λέξεις: «Ο πολιτισμός μας σβήνει».
Η άνοδος των τιμών και η απομάκρυνση των νεότερων
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στον αριθμό των μόνιμων κατοίκων. Για αρκετούς απογόνους των Ιμβρίων, ο συναισθηματικός δεσμός με το νησί δεν είναι πλέον τόσο ισχυρός όσο για τους γονείς και τους παππούδες τους.
Ο Βογιατζής διαπιστώνει ότι τα παιδιά του δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να κληρονομήσουν το οικογενειακό σπίτι. Την ίδια στιγμή, οι τιμές των παλιών πέτρινων σπιτιών έχουν εκτοξευθεί, καθώς αυξάνεται το ενδιαφέρον αγοραστών από την Τουρκία.

Το Σχοινούδι ίσως αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την αντίθεση ανάμεσα στο παρελθόν και το σήμερα. Κάποτε θεωρούνταν το πιο εύπορο χωριό της Ίμβρου και αποτελούσε σημαντικό κέντρο της ελληνικής ζωής στο νησί. Σήμερα, όμως, μεγάλο τμήμα του έχει εγκαταλειφθεί. Τα ερειπωμένα σπίτια και τα άδεια κτίρια παραμένουν ως σημάδια μιας κοινότητας που για αιώνες κατοίκησε, εργάστηκε και δημιούργησε σε αυτόν τον τόπο.
Στην Τένεδο η ελληνική κοινότητα αριθμεί μόλις περίπου 15 ανθρώπους
Ακόμη πιο περιορισμένη είναι πλέον η ελληνική παρουσία στη γειτονική Τένεδο. Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ του AFP, στο νησί ζουν σήμερα περίπου 15 Έλληνες, όλοι τους προχωρημένης ηλικίας.
Ο Χακάν Γκιουρουνέι, ο οποίος εγκαταστάθηκε στην Τένεδο από την Κωνσταντινούπολη τη δεκαετία του 1980, δημιούργησε ένα μικρό ιδιωτικό μουσείο για να διασώσει τη μνήμη του τόπου. Στη συλλογή του περιλαμβάνονται παλιά περιτυλίγματα γλυκών, χειροποίητες δαντέλες, προσευχητάρια και καρτ ποστάλ από την εκστρατεία των Δαρδανελίων.
Η παρατήρησή του για τα ελληνικά τραγούδια που ακούγονται πλέον στα εστιατόρια της Τενέδου, ενώ οι Έλληνες κάτοικοι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, συμπυκνώνει μια οδυνηρή αντίφαση: η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά παραμένει ελκυστική, αλλά η κοινότητα που τη δημιούργησε κινδυνεύει να χαθεί.
Η ιστορία της Ίμβρου και της Τενέδου δεν είναι μόνο μια ιστορία διωγμού ούτε μόνο ένα αφήγημα επιστροφής. Είναι μια ανοιχτή μάχη ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, στην αναγέννηση και τη δημογραφική φθορά – και κυρίως μια μάχη για το εάν η ελληνική παρουσία θα παραμείνει ζωντανή και στις επόμενες γενιές.


