Στην τελική ευθεία εισέρχεται η καθολική εφαρμογή στα ηλεκτρονικά τιμολόγια, καθώς από την 1η Οκτωβρίου στο νέο καθεστώς εντάσσονται και οι μικρές επιχειρήσεις με ετήσιο τζίρο έως 1 εκατ. ευρώ.
Μετά την υπαγωγή των μεγαλύτερων επιχειρήσεων, η φορολογική διοίκηση επεκτείνει πλέον το σύστημα στο σύνολο της αγοράς, ολοκληρώνοντας τη σταδιακή εφαρμογή ενός μέτρου που αποσκοπεί στην ενίσχυση της διαφάνειας των συναλλαγών, στην ταχύτερη διενέργεια των φορολογικών ελέγχων και στον περιορισμό της έκδοσης εικονικών παραστατικών.
Από την ημερομηνία έναρξης του μέτρου, οι υπόχρεες επιχειρήσεις θα πρέπει να εκδίδουν τα τιμολόγιά τους ηλεκτρονικά, μέσω πιστοποιημένου παρόχου ή των δωρεάν εφαρμογών της ΑΑΔΕ. Παράλληλα, προβλέπεται μεταβατική περίοδος σχεδόν τριών μηνών, ώστε οι μικρότερες επιχειρήσεις να προσαρμόσουν τα λογιστικά τους συστήματα και τις εσωτερικές τους διαδικασίες.
Ποιες συναλλαγές καλύπτει το μέτρο
Η υποχρέωση αφορά όλες τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στην Ελλάδα, καθώς και τις πωλήσεις αγαθών ή τις παροχές υπηρεσιών προς επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Για τις συναλλαγές με επιχειρήσεις που βρίσκονται σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε., η ηλεκτρονική τιμολόγηση παραμένει, προς το παρόν, προαιρετική.
Σε περίπτωση που ο πελάτης του εξωτερικού δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να παραλάβει το παραστατικό ηλεκτρονικά, θα εξακολουθεί να υπάρχει η δυνατότητα αποστολής του με εναλλακτικό τρόπο, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει το ισχύον πλαίσιο.
Αντίθετα, στις συναλλαγές μεταξύ ελληνικών επιχειρήσεων, η αποδοχή του ηλεκτρονικού τιμολογίου από τη λήπτρια επιχείρηση καθίσταται υποχρεωτική. Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί μόνο ο εκδότης να συμμορφωθεί με το νέο σύστημα. Αντίστοιχη υποχρέωση έχει και η επιχείρηση που παραλαμβάνει το παραστατικό.
Οι δύο επιλογές για τις επιχειρήσεις
Κάθε επιχείρηση θα μπορεί να εκπληρώνει την υποχρέωσή της επιλέγοντας έναν από τους δύο διαθέσιμους τρόπους.
Η πρώτη δυνατότητα είναι η χρήση υπηρεσιών πιστοποιημένου παρόχου ηλεκτρονικής έκδοσης στοιχείων, μέσω του οποίου θα εκδίδονται και θα διαβιβάζονται τα τιμολόγια.
Η δεύτερη είναι η αξιοποίηση των δωρεάν εφαρμογών της ΑΑΔΕ, του timologio και του myDATAapp για κινητές συσκευές. Οι εφαρμογές αυτές προσφέρουν ισοδύναμη λύση χωρίς κόστος και καλύπτουν ακόμη και περιπτώσεις ηλεκτρονικής τιμολόγησης που συνδέονται με δημόσιες συμβάσεις.
Η δωρεάν επιλογή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες ενδεχομένως δεν διαθέτουν οργανωμένο λογιστήριο ή προηγμένο εμπορικό λογισμικό.
Τέλος στα χειρόγραφα τιμολόγια
Με την εφαρμογή του νέου συστήματος, η έκδοση τιμολογίων θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά μέσω πιστοποιημένου παρόχου ή της ειδικής εφαρμογής της ΑΑΔΕ.
Η χρήση χειρόγραφου τιμολογίου ή άλλου τεχνικού μέσου, όπως ένα εμπορικό ή λογιστικό πρόγραμμα που δεν είναι συνδεδεμένο με τον προβλεπόμενο μηχανισμό, θα θεωρείται ως μη έκδοση παραστατικού.
Εξαιρέσεις προβλέπονται μόνο σε περιπτώσεις ανωτέρας βίας, όπως η διακοπή ηλεκτροδότησης ή η απώλεια σύνδεσης στο Διαδίκτυο. Ακόμη και τότε, όμως, η επιχείρηση θα πρέπει να ακολουθεί τις ειδικές διαδικασίες που θα έχουν οριστεί, ώστε να διαβιβάσει το παραστατικό μόλις αποκατασταθεί η λειτουργία του συστήματος.
Το νέο πλαίσιο είναι σαφώς αυστηρότερο και περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια εναλλακτικής έκδοσης τιμολογίων, επιδιώκοντας να κλείσει τα κενά που επέτρεπαν καθυστερήσεις ή αποκλίσεις στη διαβίβαση των συναλλαγών.
Πρόστιμα έως 2.500 ευρώ
Η φορολογική διοίκηση συνοδεύει την υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση με αυστηρό σύστημα κυρώσεων. Οι παραλείψεις ή παραβάσεις στη διαδικασία έκδοσης και διαβίβασης μπορούν να επιφέρουν πρόστιμα από 250 έως και 2.500 ευρώ, τα οποία αυξάνονται σε περίπτωση υποτροπής.
Το ύψος των προστίμων διαφοροποιείται ανάλογα με το αν η επιχείρηση τηρεί απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία, καθώς και με το αν η συναλλαγή επιβαρύνεται με ΦΠΑ.
Για πράξεις που δεν υπόκεινται σε ΦΠΑ, σε περίπτωση μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών λογιστικών στοιχείων, επιβάλλεται πρόστιμο 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικό σύστημα.
Για όσους τηρούν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, το αντίστοιχο πρόστιμο ανέρχεται στα 1.000 ευρώ ανά έλεγχο.
Σε περίπτωση μη υποβολής ή ανακριβούς υποβολής στοιχείων που σχετίζονται με τις υποχρεώσεις ηλεκτρονικής τιμολόγησης, το πρόστιμο μπορεί να φθάσει τα 2.500 ευρώ.
Τι ισχύει στις συναλλαγές με ΦΠΑ
Αυστηρότερες είναι οι συνέπειες όταν η παράβαση αφορά πράξεις που επιβαρύνονται με ΦΠΑ.
Σε περίπτωση μη έκδοσης παραστατικού ή έκδοσης ανακριβούς στοιχείου, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν παραστατικό ή από τη διαφορά μεταξύ του πραγματικού και του δηλωθέντος ποσού.
Το πρόστιμο δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο από 250 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για επιχειρήσεις με απλογραφικά βιβλία και από 500 ευρώ για όσες τηρούν διπλογραφικά βιβλία.
Σε περίπτωση υποτροπής, το πρόστιμο διπλασιάζεται και διαμορφώνεται στο 100% του φόρου που αντιστοιχεί στο μη εκδοθέν στοιχείο ή στη διαφορά.
Το ελάχιστο ποσό αυξάνεται τότε στα 500 ευρώ για τις επιχειρήσεις με απλογραφικό σύστημα και στα 1.000 ευρώ για όσες τηρούν διπλογραφικά βιβλία.
Η μεγαλύτερη αλλαγή για τις μικρές επιχειρήσεις
Η μετάβαση στην υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αλλαγές των τελευταίων ετών για τις μικρές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες.
Η νέα διαδικασία περιορίζει τη γραφειοκρατία και επιτρέπει την άμεση διαβίβαση των στοιχείων στη φορολογική διοίκηση, αλλά ταυτόχρονα απαιτεί μεγαλύτερη ακρίβεια και συνέπεια στην έκδοση των παραστατικών.
Το βασικό ζητούμενο της μεταβατικής περιόδου θα είναι να ενημερωθούν εγκαίρως οι επιχειρήσεις, να επιλέξουν τον τρόπο έκδοσης που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους και να αποφύγουν τεχνικά ή λογιστικά λάθη που μπορεί να οδηγήσουν σε υψηλές κυρώσεις.
Από την 1η Οκτωβρίου, η ηλεκτρονική τιμολόγηση παύει να αποτελεί υπόθεση μόνο των μεγάλων επιχειρήσεων και γίνεται ο κανόνας για ολόκληρη την αγορά. Για τις μικρές επιχειρήσεις, η έγκαιρη προσαρμογή δεν θα αποτελεί απλώς ζήτημα καλύτερης οργάνωσης, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για την αποφυγή προστίμων και φορολογικών περιπετειών.
