Μια κεντρική τράπεζα υπό πολιτική πολιορκία από τον Donald Trump και μία οικονομία με έντονες γεωπολιτικές και πληθωριστικές πιέσεις κληρονομεί ο Kevin Warsh, ο οποίος πήρε οριακά το πράσινο φως από την αμερικανική Γερουσία για να διαδεχθεί τον Jerome Powell στην προεδρία της Federal Reserve. Στον νέο του ρόλο θα κληθεί να διαχειριστεί μια ευαίσθητη οικονομική στιγμή, έναν πρόεδρο που απαιτεί χαμηλότερα επιτόκια και ένα διχασμένο εκτελεστικό συμβούλιο.

Κατ’ αρχάς, μια ιδιαιτερότητα είναι ότι για πρώτη φορά από το 1948, ο πρώην πρόεδρος της Fed θα παραμείνει στην κεντρική τράπεζα πέρα από το τέλος της θητείας του. Η απόφαση του Powell δείχνει ανησυχία για την ανεξαρτησία του θεσμού λόγω των πιέσεων που ασκεί η κυβέρνηση Trump για χαμηλότερο κόστος δανεισμού.

Υπενθυμίζεται ότι είχε ξεκινήσει -και στη συνέχεια ανακλήθηκε- ποινική έρευνα εναντίον του Powell για τις εργασίες στα κεντρικά γραφεία της Fed, ενώ ασκήθηκαν κατηγορίες στεγαστικής απάτης εναντίον της αξιωματούχου Lisa Cook. Και τα δύο αυτά περιστατικά ερμηνεύτηκαν ως προσπάθειες υπονόμευσης της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας. Ωστόσο, με την παραμονή του Powell μέχρι τον Ιανουάριο του 2028, ο Trump δεν θα έχει την ευκαιρία να προτείνει νέο μέλος στο διοικητικό συμβούλιο και να επηρεάσει έτσι τη σύνθεσή του.

Πιέσεις για τα επιτόκια

Κρίσιμο ζήτημα για τον Warsh είναι ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειριστεί τις πιέσεις από την κυβέρνηση που τον πρότεινε. Ο Trump έχει ζητήσει επανειλημμένως μείωση του επιτοκίου αναφοράς στο 1% ή και χαμηλότερα, ενώ τώρα βρίσκεται στο εύρος 3,5 έως 3,75%.

Πέρα από το γεγονός ότι η κεντρική τράπεζα ακολουθεί μία στρατηγική ανεξάρτητη από πολιτικές επιρροές για να κρατηθούν οι ισορροπίες στην οικονομία, από την έναρξη του πολέμου στο Ιράν ο πληθωρισμός έχει ανέβει ξανά, με αποτέλεσμα ορισμένοι αξιωματούχοι να πιστεύουν ότι στην περίπτωση νομισματικής χαλάρωσης θα σημειωθεί σημαντική ανάφλεξη στις τιμές. Στο μεταξύ, η αγορά εργασίας είναι ανθεκτική, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τα επιχειρήματα περί μείωσης των επιτοκίων.

Βέβαια, ο Warsh θεωρεί ότι οι ΗΠΑ βιώνουν μία έκρηξη παραγωγικότητας χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη. Αν πράγματι ισχύει αυτό το σενάριο, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος προς τη μείωση των επιτοκίων χωρίς άνοδο του πληθωρισμού.

Ισολογισμός 6.7 τρισ. δολαρίων

Η κεντρική τράπεζα έχει επίσης σημαντικό ρόλο ως επενδυτής και μάλιστα σε περιόδους οικονομικής αναταραχής τείνει να κάνει μαζικές αγορές περιουσιακών στοιχείων. Μάλιστα, στην κορύφωση της κρίσης του 2008, αγόρασε τεράστιες ποσότητες κρατικών ομολόγων και τίτλων που βασίζονται σε στεγαστικά δάνεια προκειμένου να κατεβάσει μακροπρόθεσμα τα επιτόκια δανεισμού, στο πλαίσιο της ποσοτικής χαλάρωσης.

Ο Warsh, που τότε ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Fed, αρχικά τάχθηκε υπέρ αυτών των κινήσεων, αλλά στη συνέχεια άλλαξε στάση, υποστηρίζοντας ότι η Fed αλλοιώνει τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ως αντίδραση, παραιτήθηκε το 2011.

Εκτοτε, ο ισολογισμός της κεντρικής τράπεζας έχει διογκωθεί σημαντικά, ιδίως μετά την ποσοτική χαλάρωση κατά την πανδημία. Η μείωση των περιουσιακών στοιχείων της Fed, που αποτιμώνται πάνω από τα 6 τρισ. δολάρια, αποτελεί πλέον προτεραιότητα για τον Warsh, ενώ υπάρχουν εσωτερικές διαφωνίες για τον χειρισμό της.

Διχογνωμίες

Κατά την ακρόασή του ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής της Γερουσίας για το πώς θα προεδρεύει στη Fed, ο Warsh είπε ότι προτιμά τις πιο «δύσκολες» συνεδριάσεις και μια «καλή οικογενειακή διαμάχη». Αυτή η ευχή δεν απέχει ιδιαίτερα από την πραγματικότητα.

Οι αποφάσεις για τα επιτόκια απαιτούν την πλειοψηφία της επιτροπής, που αποτελείται από 12 άτομα. Ιστορικά, οι πρόεδροι έτειναν να αντιτίθενται στην ψήφο της πλειοψηφίας συχνότερα από τα μέλη, μία παράδοση που όμως έσπασε κατά την προεδρία του Powell. Στην τελευταία συνεδρίαση του Απριλίου υπήρχαν τέσσερις ψήφοι διαφωνίας, οι περισσότερες από το 1992.

Αν συνεχιστούν οι διαφωνίες ανάμεσα στους αξιωματούχους, πόσο μάλλον από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, μπορεί να υπάρξουν ανησυχίες ότι η κεντρική τράπεζα δεν εμφανίζεται απόλυτα βέβαιη για τη στρατηγική της.

Διαβάστε ακόμη: