Η «λάσπη» κατά της Metlen και οι 4 αλήθειες που γκρεμίζουν το αφήγημα Η νέα επίθεση κατά της Metlen δύσκολα μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα μεμονωμένο δημοσίευμα. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη και επαναλαμβανόμενη πρακτική στοχοποίησης της εταιρείας, με άρθρα που συχνά επενδύουν περισσότερο στους υπαινιγμούς, στους συνειρμούς και στην επιλεκτική παρουσίαση δεδομένων παρά σε σαφή στοιχεία που να αποδεικνύουν παράνομη ή επιλήψιμη συμπεριφορά.

Η δημοσιογραφική έρευνα είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αναγκαία, ιδιαίτερα όταν αφορά έναν μεγάλο διεθνή όμιλο με ισχυρό οικονομικό και επιχειρηματικό αποτύπωμα. Η έρευνα, όμως, προϋποθέτει ακρίβεια, τεκμηρίωση και καθαρή διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα, στις εκτιμήσεις και στις υποψίες.

Δεν μπορεί να υποκαθίσταται από διατυπώσεις όπως «είναι περίεργο», «δεν είμαστε βέβαιοι» ή «κάποιος φαίνεται να ωφελήθηκε», όταν ταυτόχρονα το ίδιο το δημοσίευμα παραδέχεται ότι δεν διαθέτει πλήρη εικόνα, δεν μπορεί να αξιολογήσει το εύλογο τίμημα μιας συναλλαγής και δεν ισχυρίζεται ότι διαπράχθηκε κάποια παρανομία.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το βασικό πρόβλημα. Η λάσπη δεν εκτοξεύεται πάντοτε με μια ευθεία κατηγορία. Μπορεί να παράγεται μέσα από μια προσεκτικά σχεδιασμένη αλληλουχία υπαινιγμών, ελλιπών πληροφοριών και αποσπασματικών συγκρίσεων, ώστε ο αναγνώστης να οδηγείται σε ένα βαρύ αρνητικό συμπέρασμα χωρίς αυτό να διατυπώνεται ρητά και, κυρίως, χωρίς να αποδεικνύεται.

Με αυτόν τον τρόπο, το μέσο διατηρεί τη δυνατότητα να υποστηρίζει ότι δεν κατηγόρησε ευθέως κανέναν, ενώ έχει ήδη καλλιεργήσει την εντύπωση αδιαφάνειας ή ύποπτης συναλλαγής.

Το παράδοξο είναι ότι το ίδιο το δημοσίευμα αποδυναμώνει το αφήγημα που επιχειρεί να οικοδομήσει. Παρά το επιθετικό ύφος και τη δραματοποιημένη παρουσίαση, αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει ένδειξη παράνομης πράξης. Εάν, όμως, δεν υπάρχει διαπιστωμένη παράβαση, πόρισμα αρμόδιας αρχής ή συγκεκριμένο στοιχείο που να τεκμηριώνει παρανομία, τότε η δημιουργία μιας γενικευμένης εικόνας σκανδάλου βασίζεται αναπόφευκτα σε εικασίες και όχι σε αποδείξεις.

Ανάλογα προβληματική είναι και η προσπάθεια να παρουσιαστεί η πολυπλοκότητα της εταιρικής δομής ως ένδειξη αδιαφάνειας. Η Metlen είναι ένας διεθνής βιομηχανικός και ενεργειακός όμιλος με δραστηριότητες, θυγατρικές, κοινοπραξίες και έργα σε πολλές χώρες.

Σε επιχειρήσεις αυτού του μεγέθους, οι σύνθετες εταιρικές δομές δεν αποτελούν εξαίρεση αλλά συνήθη πρακτική. Μπορούν και πρέπει να ελέγχονται, δεν μπορούν όμως να βαφτίζονται ύποπτες μόνο και μόνο επειδή απαιτούν σοβαρή οικονομική και λογιστική ανάλυση για να γίνουν κατανοητές.

Το ίδιο ισχύει και για τις διαφορές στις λογιστικές αποτιμήσεις που επικαλείται το δημοσίευμα. Η σύγκριση ποσών τα οποία εμφανίζονται στα βιβλία διαφορετικών εταιρειών δεν αρκεί από μόνη της για να στηρίξει συμπεράσματα περί απόκρυψης ή προνομιακής μεταχείρισης.

Ιδίως όταν υπάρχουν μεταβλητά τιμήματα, όπως τα earnouts, η αποτίμηση μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με την πιθανότητα επίτευξης συγκεκριμένων στόχων, τον χρόνο καταβολής, την προεξόφληση μελλοντικών ποσών και τις λογιστικές πολιτικές κάθε μέρους. Χωρίς γνώση των πλήρων όρων της συμφωνίας, κάθε απόλυτη ερμηνεία των επιμέρους αριθμών είναι τουλάχιστον επισφαλής.

Από την άλλη πλευρά, η εταιρεία έχει υποστηρίξει ότι ακολουθήθηκαν οι προβλεπόμενες εγκρίσεις, γνωστοποιήσεις και διαδικασίες εταιρικής διακυβέρνησης. Για τη συναλλαγή του 2021, σύμφωνα με τη θέση της, υπήρξε σχετική ανακοίνωση και ανεξάρτητη γνωμοδότηση για το δίκαιο και εύλογο των όρων.

Το δημοσίευμα δεν εμφανίζει κάποιο πόρισμα εποπτικής, δικαστικής ή άλλης αρμόδιας αρχής που να ανατρέπει αυτά τα δεδομένα ή να διαπιστώνει παράβαση. Παρ’ όλα αυτά, επιλέγει να αφήσει τη σκιά να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της απόδειξης.

Το πραγματικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν ένα διεθνές μέσο δικαιούται να ελέγχει τη Metlen. Ασφαλώς και δικαιούται. Ούτε μπορεί μια μεγάλη εισηγμένη εταιρεία να ζητά ασυλία από τη δημοσιογραφική έρευνα ή να αποφεύγει τις απαντήσεις σε εύλογα ερωτήματα. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν ο έλεγχος γίνεται με ίσους όρους, πλήρη δεδομένα και υπευθυνότητα ή αν αποσπασματικές πληροφορίες επιστρατεύονται για να υπηρετήσουν ένα ήδη διαμορφωμένο αρνητικό αφήγημα.

Όταν οι υπαινιγμοί προηγούνται της τεκμηρίωσης, όταν η δραματοποίηση υποκαθιστά την οικονομική ανάλυση και όταν η απουσία αποδείξεων δεν εμποδίζει την κατασκευή εντυπώσεων, τότε η δημοσιογραφική έρευνα κινδυνεύει να μετατραπεί σε μηχανισμό στοχοποίησης. Και σε αυτή την περίπτωση δεν πλήττεται μόνο η εταιρεία που βρίσκεται κάθε φορά στο στόχαστρο. Πλήττεται και η αξιοπιστία του ίδιου του μέσου, το οποίο καλείται να αποδείξει ότι εφαρμόζει στον εαυτό του την ίδια αυστηρότητα που απαιτεί από όσους ελέγχει.

Η Metlen οφείλει να απαντά με στοιχεία, σαφήνεια και πλήρη διαφάνεια σε κάθε σοβαρό ερώτημα. Την ίδια ακριβώς υποχρέωση απέναντι στα γεγονότα έχει, όμως, και όποιος επιλέγει να διατυπώνει βαριές αιχμές. Η δημοσιογραφία δεν κρίνεται από το πόσο θορυβώδεις είναι οι υποψίες που δημιουργεί, αλλά από το πόσο ισχυρές είναι οι αποδείξεις που τις στηρίζουν.

Διαβάστε ακόμη: