Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, η συζήτηση στις διεθνείς αγορές περιστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από το πότε η Federal Reserve (Fed) θα προχωρούσε σε έναν νέο κύκλο μειώσεων των επιτοκίων. Σήμερα, όμως, το σκηνικό έχει αλλάξει αισθητά.
Η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η εκρηκτική αύξηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη δημιουργούν ένα σαφώς πιο σύνθετο περιβάλλον για την αμερικανική νομισματική πολιτική.
Η Fed δεν εξετάζει πλέον μόνο το πότε θα μπορέσει να χαλαρώσει τη στάση της. Στο τραπέζι επιστρέφει ακόμη και το ενδεχόμενο να χρειαστεί να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις αποδειχθούν πιο επίμονες από όσο εκτιμάται σήμερα.
Στο επίκεντρο της νέας αυτής προσέγγισης βρίσκεται ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας, Κέβιν Γουόρς, ο οποίος εμφανίζεται αποφασισμένος να επαναφέρει την καταπολέμηση του πληθωρισμού στην κορυφή των προτεραιοτήτων της Fed.
Αμετάβλητα επιτόκια, διαφορετική στρατηγική
Η συνεδρίαση της Fed στα τέλη Ιουλίου αναμένεται να ολοκληρωθεί χωρίς κάποια μεταβολή των επιτοκίων. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η στρατηγική της κεντρικής τράπεζας παραμένει ίδια.
Αντίθετα, η συζήτηση στο εσωτερικό της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής έχει μετατοπιστεί σημαντικά. Εκεί όπου μέχρι πρόσφατα κυριαρχούσε το ερώτημα για το πότε θα συνεχιστεί η αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού, πλέον επανέρχεται η πιθανότητα μιας νέας αύξησης των επιτοκίων, εάν οι εξελίξεις στις τιμές το καταστήσουν αναγκαίο.
Η αλλαγή αυτή αντανακλά τόσο τη νέα αξιολόγηση των κινδύνων για την αμερικανική οικονομία όσο και τη διαφορετική προσέγγιση που φαίνεται να υιοθετεί η νέα ηγεσία της Federal Reserve.
Πετρέλαιο και AI αλλάζουν τις ισορροπίες
Δύο είναι οι βασικοί παράγοντες που βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των ανησυχιών των κεντρικών τραπεζιτών.
Ο πρώτος είναι η ενέργεια. Η αναζωπύρωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και η νέα άνοδος των τιμών του πετρελαίου αυξάνουν τον κίνδυνο ενός νέου ενεργειακού κύματος πληθωρισμού. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περάσει γρήγορα στο κόστος των μεταφορών, της παραγωγής και των καταναλωτικών αγαθών.
Ο δεύτερος παράγοντας είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Οι τεράστιες επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων, ημιαγωγούς, ηλεκτρικά δίκτυα και τεχνολογικές υποδομές έχουν ενισχύσει σημαντικά τη ζήτηση για εξοπλισμό, ενέργεια και πρώτες ύλες.
Μακροπρόθεσμα, η AI αναμένεται να ενισχύσει την παραγωγικότητα και να δημιουργήσει νέες δυνατότητες ανάπτυξης. Βραχυπρόθεσμα, όμως, η επενδυτική έκρηξη δημιουργεί ισχυρές πιέσεις στη ζήτηση και διατηρεί υψηλό το κόστος σε αρκετούς κλάδους.
Η ταυτόχρονη παρουσία αυτών των δύο παραγόντων αυξάνει την πιθανότητα ο πληθωρισμός να παραμείνει υψηλότερος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Το αυστηρό μήνυμα του Κέβιν Γουόρς
Ο Κέβιν Γουόρς έστειλε αυτή την εβδομάδα το πιο ξεκάθαρο μήνυμα από τότε που ανέλαβε την ηγεσία της Fed.
Κατά την κατάθεσή του στο Κογκρέσο υπογράμμισε ότι ο επίμονος πληθωρισμός δεν μπορεί να γίνει ανεκτός, επισημαίνοντας ότι η σταθερότητα των τιμών αποτελεί αδιαπραγμάτευτη αποστολή της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας.
Ο ίδιος απέφυγε να προεξοφλήσει μια νέα αύξηση επιτοκίων. Ωστόσο, η ρητορική του θεωρήθηκε αισθητά αυστηρότερη από εκείνη που ανέμεναν οι αγορές κατά την ανάληψη των καθηκόντων του.
Η στάση του αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς αρχικά θεωρούνταν υποστηρικτής μιας πιο χαλαρής νομισματικής πολιτικής, ενώ και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είχε επανειλημμένα ταχθεί υπέρ της μείωσης του κόστους δανεισμού.
Οι διαφορετικές γραμμές μέσα στη Fed
Η αλλαγή του κλίματος αποτυπώνεται και στις δημόσιες παρεμβάσεις των στελεχών της Federal Reserve.
Η Λόρι Λόγκαν υποστηρίζει μια πιο αυστηρή προσέγγιση, θεωρώντας ότι τα επιτόκια μπορεί να χρειαστεί να αυξηθούν, εάν ο πληθωρισμός επιμείνει.
Παρόμοια επιχειρήματα διατυπώνουν ο Κρίστοφερ Γουόλερ και η Μπεθ Χάμακ, οι οποίοι εκτιμούν ότι οι κίνδυνοι για τη σταθερότητα των τιμών δεν έχουν ακόμη εξαλειφθεί.
Στην αντίθετη πλευρά, ο Φίλιπ Τζέφερσον και η Λίζα Κουκ εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί. Υποστηρίζουν ότι η Fed διαθέτει ακόμη χρόνο για να εξετάσει τα επόμενα οικονομικά στοιχεία, πριν αποφασίσει οποιαδήποτε νέα κίνηση.
Ο Τζον Γουίλιαμς εξακολουθεί να θεωρεί πιθανό ότι ο πληθωρισμός έχει ήδη κορυφωθεί, γεγονός που, κατά την άποψή του, δικαιολογεί μεγαλύτερη υπομονή.
Οι διαφορετικές αυτές τοποθετήσεις προαναγγέλλουν πιο έντονες συζητήσεις στις επόμενες συνεδριάσεις της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής.
Μια Fed με σκληρότερο πρόσωπο
Η νέα ηγεσία της Fed καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις.
Από τη μία πλευρά, η αμερικανική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ισχυρή δραστηριότητα και σημαντικές επενδύσεις, με βασικό μοχλό τον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Από την άλλη, η άνοδος των τιμών της ενέργειας και οι γεωπολιτικές εξελίξεις αυξάνουν τον κίνδυνο μιας νέας αναζωπύρωσης του πληθωρισμού.
Για τον Κέβιν Γουόρς, η εξίσωση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. Ο ίδιος έχει υποστηρίξει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα και να επιτρέψει χαμηλότερα επιτόκια στο μέλλον.
Ωστόσο, εάν οι επενδύσεις στον κλάδο συνεχίσουν να ενισχύουν τη ζήτηση και οι ενεργειακές πιέσεις επιμείνουν, η Fed μπορεί να αναγκαστεί να κινηθεί προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
Οι αγορές δεν μπορούν πλέον να θεωρούν δεδομένες τις μειώσεις
Το νέο σκηνικό δεν σημαίνει ότι επίκειται άμεσα μια αύξηση επιτοκίων. Σημαίνει, όμως, ότι οι αγορές δεν μπορούν πλέον να θεωρούν δεδομένη την επιστροφή σε μια μακρά περίοδο νομισματικής χαλάρωσης.
Το μήνυμα που εκπέμπει πλέον η Federal Reserve είναι σαφές: όσο ο πληθωρισμός παραμένει απειλή, ακόμη και οι πιο αισιόδοξες προβλέψεις για την τεχνητή νοημοσύνη, την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη θα περνούν σε δεύτερη μοίρα.
Και αυτό δείχνει ότι η εποχή μιας πιο αυστηρής και πιο επιθετικής Fed μπορεί να έχει ήδη αρχίσει.
Διαβάστε ακόμη:
- Κτηματολόγιο: Έχετε ακίνητο σε μια από αυτές τις περιοχές; Δείτε τι πρέπει να κάνετε
- «Αόρατα» 120.000 ακίνητα των δήμων για τη φορολογική διοίκηση
- «Πεντάστερα» εξοχικά: Κοστίζουν έως και 12.000 ανά τ.μ. και είναι περιζήτητα
- Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο 1,9% για το 2026, σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος
