Η ελβετική αγορά εργασίας αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η Ελβετία διατηρεί σταθερά υψηλή οικονομική ανθεκτικότητα, παρά τις δομικές πιέσεις που αντιμετωπίζει: ισχυρό φράγκο, υψηλό μισθολογικό κόστος και έντονο διεθνή ανταγωνισμό. Το μοντέλο βασίζεται σε χαμηλή ρύθμιση, ευκολία στις απολύσεις και φορολογικό περιβάλλον φιλικό προς τις επιχειρήσεις.

Η δυνατότητα των εταιρειών να προσαρμόζουν γρήγορα το εργατικό τους δυναμικό λειτουργεί ως κρίσιμο αντιστάθμισμα, ιδίως για μια οικονομία που έχει επιλέξει να παραμείνει εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να πορεύεται με δικούς της κανόνες.

Ελβετία και Γερμανία: δύο διαφορετικοί κόσμοι

Η σύγκριση με τη Γερμανία είναι αποκαλυπτική. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς έχει καλέσει επανειλημμένα σε «θεμελιώδη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος», αναγνωρίζοντας ότι οι άκαμπτοι κανόνες της αγοράς εργασίας λειτουργούν ανασταλτικά. Παρά τις προσπάθειες αυτές, η ελβετική οικονομία υπεραποδίδει έναντι της γερμανικής κάθε χρόνο από το 2018 και όλα δείχνουν ότι θα το πράξει και φέτος.

Στη Γερμανία, ακόμη και μεγάλες αναδιαρθρώσεις –όπως το σχέδιο της Volkswagen για σταδιακή αποχώρηση έως 35.000 εργαζομένων έως το 2030– απαιτούν μακρές διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς. Στην Ελβετία, οι διαδικασίες είναι σαφώς ταχύτερες.

Η πιο φιλελεύθερη αγορά εργασίας στην Ευρώπη

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η Ελβετία διαθέτει τη λιγότερο αυστηρή προστασία εργαζομένων στην Ευρώπη, ενώ παγκοσμίως υστερεί μόνο έναντι τριών δικαιοδοσιών, μεταξύ των οποίων και οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι επιχειρήσεις μπορούν να προχωρούν σε απολύσεις ακόμη και λόγω χαμηλής απόδοσης, αν και μαζικές περικοπές πρέπει να δηλώνονται στις αρχές και συνήθως συνοδεύονται από μέτρα στήριξης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν:

  • οι περικοπές περίπου 15.000 θέσεων από την UBS Group
  • απολύσεις εκατοντάδων εργαζομένων από τις Novartis και Pfizer

Όπως σημειώνει η Swissmem, οι φιλελεύθεροι εργατικοί νόμοι είναι «απολύτως κρίσιμος παράγοντας» για την αντιστάθμιση του υψηλού κόστους λειτουργίας.

Το κοινωνικό κράτος ως αντίβαρο

Σε αντίθεση με το αμερικανικό μοντέλο «hire and fire», η ελβετική ευελιξία συνοδεύεται από γενναιόδωρη κρατική στήριξη. Οι απολυμένοι εργαζόμενοι λαμβάνουν έως και 80% του τελευταίου μισθού τους για διάστημα έως δύο ετών, με παροχές που μπορούν να φτάσουν τα 8.000 φράγκα μηνιαίως.

Σύμφωνα με το KOF Economic Institute, η φιλοσοφία είναι σαφής:
«Προστατεύεται το άτομο, όχι η θέση εργασίας». Αυτό επιτρέπει στην οικονομία να προσαρμόζεται γρήγορα σε κρίσεις και διαρθρωτικές αλλαγές, χωρίς να εγκλωβίζει εργαζομένους σε μη παραγωγικές θέσεις.

Οι σκιές του μοντέλου

Παρά τα πλεονεκτήματα, η ελβετική αγορά εργασίας δεν είναι χωρίς κόστος. Το συνδικάτο Unia προειδοποιεί ότι πολλοί εργαζόμενοι ζουν με τον διαρκή φόβο της απόλυσης. Ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες θεωρούνται:

  • εργαζόμενοι μεγαλύτερης ηλικίας
  • συνδικαλιστικά ενεργά μέλη
  • έγκυες γυναίκες, μετά τη λήξη της περιόδου προστασίας

Παράλληλα, όπως επισημαίνει ο Tito Boeri του Πανεπιστημίου Bocconi, το κράτος «πληρώνει» την ευελιξία μέσω υψηλών επιδομάτων ανεργίας και στήριξης μειωμένου χρόνου εργασίας – κάτι που δεν μπορούν να αντέξουν όλες οι χώρες.

Χαμηλή ανεργία και επενδυτική ελκυστικότητα

Το μοντέλο, ωστόσο, στηρίζεται σε ένα κρίσιμο στοιχείο: χαμηλή ανεργία. Στην Ελβετία βρίσκεται γύρω στο 3%, ενώ το ταμείο ανεργίας κατέγραψε πλεόνασμα 1,4 δισ. φράγκων το 2024. Αυτό επιτρέπει τη διατήρηση της κοινωνικής ισορροπίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι, σε έρευνα της Swissmem σε 193 εταιρείες, η εργασιακή ευελιξία κατατάχθηκε στους τρεις σημαντικότερους λόγους επενδύσεων, ακόμη και μπροστά από τους χαμηλούς φόρους.

Η ελβετική αγορά εργασίας δεν είναι απλώς πιο φιλελεύθερη. Είναι ένα συνεκτικό σύστημα που συνδυάζει ευελιξία για τις επιχειρήσεις και προστασία για τους εργαζομένους. Σε έναν ευρωπαϊκό χώρο όπου η ανάπτυξη δυσκολεύεται, το μοντέλο αυτό εξηγεί γιατί η Ελβετία συνεχίζει να υπεραποδίδει – και γιατί το παράδειγμά της προκαλεί έντονο ενδιαφέρον, αλλά και επιφυλάξεις, στις υπόλοιπες οικονομίες της ηπείρου.

Διαβάστε ακόμη: