Με τις μαρτυρίες των επιζώντων της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών συνεχίζεται σήμερα η δίκη στην Λάρισα. Περιγράφουν τις δραματικές στιγμές που έζησαν τη νύχτα της σύγκρουσης των δύο αμαξοστοιχιών, τους σοβαρούς τραυματισμούς τους και την προσπάθειά τους να σωθούν μέσα στο σκοτάδι, τις φλόγες και τα συντρίμμια.
Κατά τη 42η συνεδρίαση της δίκης, τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, συνεχίστηκαν οι καταθέσεις, με δύο τραυματίες επιβάτες να μεταφέρουν στο δικαστήριο όσα έζησαν το βράδυ της τραγωδίας. Στη δικαστική αίθουσα βρίσκονταν δύο κατηγορούμενοι, ο Παύλος Κουζής και ο Σπυρίδων Πατέρας, ενώ έγινε γνωστό ότι οι συγγενείς της Εριέττας Μόλχο θα καταθέσουν σε επόμενη συνεδρίαση.
«Ήταν σαν πολεμική ταινία – Έπεφτα και ξανασηκωνόμουν»
Ο Αριστείδης Καραντζούνης, ο οποίος επέβαινε στο δεύτερο βαγόνι της επιβατικής αμαξοστοιχίας, περιέγραψε καρέ καρέ όσα έζησε από τη στιγμή της σύγκρουσης μέχρι τη διάσωσή του. Όπως ανέφερε, είχε ξεκινήσει το ταξίδι του από την Αθήνα, ενώ στο κουπέ απέναντί του βρίσκονταν, μεταξύ άλλων, ο κ. Ασλανίδης, η κ. Μπρέλα και ο Βάιος Βλάχος.
Θυμήθηκε ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού οι επιβάτες είχαν ενημερωθεί για καθυστερήσεις και αστειεύονταν μεταξύ τους, χωρίς να μπορούν να φανταστούν τι θα ακολουθούσε. «Μάθαμε ότι η προηγούμενη αμαξοστοιχία είχε καθυστέρηση και κάναμε χιούμορ, το διασκεδάζαμε. Λέγαμε θα φτάσουμε. Τραγική ειρωνεία», κατέθεσε.
Στη συνέχεια περιέγραψε ότι η αμαξοστοιχία πραγματοποίησε στάση στο Παλαιοφάρσαλο, όπου παρέμεινε αρκετή ώρα. Εκεί επικοινώνησε με τη σύντροφό του για να την ενημερώσει ότι θα καθυστερούσε. Όπως είπε, το τρένο έφτασε περίπου στις 11 το βράδυ στη Λάρισα, ενώ δεν θυμόταν με βεβαιότητα αν πραγματοποίησε άλλη στάση μετά την αναχώρησή του από την πόλη.
Τη στιγμή της σύγκρουσης παρακολουθούσε μια ταινία στο κινητό του. «Γίνεται μια σύγκρουση, καταλαβαίνω ένα απότομο φρενάρισμα και πέφτω μπροστά. Θεώρησα πως θα συνεχίσουμε κανονικά. Έφυγα και βρέθηκα στην απέναντι θέση. Έβαλα το χέρι μου για να προστατευτώ. Ήταν μια σκηνή χάους. Χτυπούσα δεξιά και αριστερά», κατέθεσε.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι έχασε τις αισθήσεις του για μερικά λεπτά. Όταν συνήλθε, βρέθηκε πεσμένος σε ένα χωράφι, στη δεξιά πλευρά των γραμμών, χωρίς να μπορεί να αντιληφθεί τι ακριβώς είχε συμβεί. «Δυσκολευόμουν να αντιληφθώ τι έγινε. Σκέφτηκα πως κάτι πήγε πολύ στραβά. Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Είχα σπασμένα πλευρά και θλάση στον πνεύμονα. Πήγαινα να πάρω ανάσα και πονούσα. Ανάσαινα και σταματούσα», περιέγραψε.
Αναφέρθηκε επίσης στον καπνό που υπήρχε στο σημείο και στη χαρακτηριστική μυρωδιά καμένου μετάλλου που θυμάται από εκείνη τη νύχτα. Όπως αποκάλυψε, χρειάστηκε να περάσουν ημέρες μέχρι να πληροφορηθεί στο νοσοκομείο ότι το τρένο στο οποίο επέβαινε είχε συγκρουστεί με άλλη αμαξοστοιχία.
«Άκουγα βοήθεια, ήταν πίσσα σκοτάδι και μάζες μετάλλων μέσα στη φωτιά»
Ανατριχιαστική ήταν και η περιγραφή του για την προσπάθειά του να απομακρυνθεί από τα συντρίμμια, παρότι ήταν σοβαρά τραυματισμένος. «Προσπαθούσα σιγά σιγά να σηκωθώ. Κατάλαβα ότι είχα τραύμα στο πόδι και σέρνοντας άρχισα να απομακρύνομαι. Ήταν το σκηνικό σαν πολεμική ταινία. Έπεφτα και ξανασηκωνόμουν μέχρι να καταφέρω να φτάσω σε δύο άτομα», κατέθεσε.
Όταν κατάφερε να πλησιάσει δύο ανθρώπους, τους ζήτησε να ειδοποιήσουν την Αστυνομία και το 112. Λίγο αργότερα αντιλήφθηκε ότι είχε τραυματιστεί και στο κεφάλι. «Ένιωσα το κεφάλι μου να καίει, έβαλα το χέρι μου και είδα ότι ήμουν γεμάτος αίματα. Πανικοβλήθηκα. Ζήτησα από κάποιους άλλους να με φωτίσουν για να δω τι έχω», είπε.
Η εικόνα που αντίκρισε όταν γύρισε προς το σημείο της σύγκρουσης ήταν εφιαλτική. «Κοίταξα πίσω και άρχισε να ξεπηδάει μια φωτιά. Άρχισε να εξαπλώνεται. Άκουγα “βοήθεια”. Ήταν πίσσα σκοτάδι, ήταν μάζες μετάλλων μέσα στη φωτιά», περιέγραψε.
Ο τραυματίας επιβάτης κατέθεσε ότι εκείνη τη στιγμή το μοναδικό που σκεφτόταν ήταν πώς θα καταφέρει να φτάσει σε κάποιον παράδρομο, ώστε να ζητήσει βοήθεια και να μεταφερθεί σε νοσοκομείο. Παράλληλα, το κρύο ήταν τόσο έντονο, όπως είπε, που φοβόταν ότι δεν θα κατάφερνε να επιβιώσει.
Στην προσπάθειά του να προστατευτεί, συνάντησε μια γυναίκα που μιλούσε στο τηλέφωνο και της ζήτησε κάτι για να ζεσταθεί. Εκείνη έβγαλε από τη βαλίτσα της ένα ρούχο που έμοιαζε με γούνα και του το φόρεσε.
Συνεχίζοντας να σέρνεται, έφτασε σε ένα ύψωμα και βρέθηκε μπροστά στην εμπορική αμαξοστοιχία. Εκεί προσπάθησε να ανέβει χρησιμοποιώντας τα χέρια του, ενώ στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς μια ανηφόρα με δέντρα. «Πέρασαν από δίπλα μου κάποιοι που νόμισαν ότι είμαι νεκρός και με σκέπασαν με ένα μπουφάν», κατέθεσε, περιγράφοντας μία από τις πιο δραματικές στιγμές της προσπάθειάς του να σωθεί.
«Κοίταξα στον καθρέφτη και δεν αναγνώριζα το πρόσωπό μου»
Ο Αριστείδης Καραντζούνης περιέγραψε ακόμη ότι κάποια στιγμή εντόπισε ένα άδειο αυτοκίνητο, άνοιξε την πόρτα και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Εκεί αντίκρισε για πρώτη φορά την εικόνα του μετά τη σύγκρουση.
«Κατέβασα το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και δεν μπορούσα να αναγνωρίσω το πρόσωπό μου. Ήταν σαν να ήταν ένας άλλος», ανέφερε. Λίγο αργότερα έγινε αντιληπτός από διασώστη του ΕΚΑΒ, στον οποίο έκανε σήμα σηκώνοντας το χέρι του.
Ο διασώστης τον πλησίασε και τον βοήθησε, ενώ ο τραυματίας τού ζήτησε μια κουβέρτα, καθώς εξακολουθούσε να κρυώνει έντονα. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο.
Αναφερόμενος στην κατάσταση της υγείας του, κατέθεσε ότι είχε υποστεί τραύμα στο κεφάλι, θλάση στον πνεύμονα, κατάγματα πλευρών και μώλωπες, διευκρινίζοντας ότι τα τραύματά του προήλθαν από τη σύγκρουση και ότι δεν είχε υποστεί εγκαύματα.
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης, η πρόεδρος του δικαστηρίου τού επέδειξε φωτογραφία του βαγονιού από τη δικογραφία και του ζήτησε να υποδείξει το σημείο στο οποίο καθόταν, καθώς και το σημείο όπου βρέθηκε μετά τη σύγκρουση.
Αριστοφάνης Ξανθόπουλος: «Έψαξα την Ιφιγένεια, ήταν εγκλωβισμένη στις λαμαρίνες»
Στη συνέχεια κατέθεσε ο Αριστοφάνης Ξανθόπουλος, ο οποίος επέβαινε στο τρίτο βαγόνι μαζί με την Ιφιγένεια Μίτσκα. Ο μάρτυρας περιέγραψε ότι ταξίδευαν από την Αθήνα με προορισμό το Πλατύ και ότι κατά τη διάρκεια της διαδρομής υπήρξαν καθυστερήσεις.
Θυμήθηκε μια στάση περίπου δέκα λεπτών, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προσδιορίσει με βεβαιότητα αν είχε γίνει πριν ή μετά τη Λάρισα. «Ήμασταν κάπου σκοτεινά. Δεν ήταν σε σταθμό. Ακούσαμε το μπαμ, κρατήθηκα από το μπράτσο που είχα μπροστά μου», κατέθεσε για τη στιγμή της σύγκρουσης.
Όταν το βαγόνι ακινητοποιήθηκε, άρχισε αμέσως να αναζητά την Ιφιγένεια. «Έψαξα την Ιφιγένεια. Ήταν μισή εντός και μισή εκτός. Προσπάθησα να τη σηκώσω, ήταν εγκλωβισμένη σε κάποιες λαμαρίνες. Ζήτησα βοήθεια», περιέγραψε. Όπως ανέφερε, με τη συνδρομή ενός ακόμη επιβάτη, του Μιχάλη, κατάφεραν να την απεγκλωβίσουν. Η κατάσταση στην οποία τη βρήκε ήταν ιδιαίτερα σοβαρή.
«Είχα σοκαριστεί. Το κεφάλι της ήταν μέσα στα αίματα. Είχε σοβαρό τραύμα στο κεφάλι και στον αυχένα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν είναι στη ζωή», κατέθεσε. Οι δύο άνδρες προσπάθησαν να τη μετακινήσουν με μεγάλη προσοχή, πατώντας στο πλάι των καθισμάτων, μέχρι να την τοποθετήσουν σε άλλα καθίσματα του βαγονιού.
Σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο Μιχάλης επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πατέρα του, ενώ ο ίδιος βγήκε από το βαγόνι αναζητώντας πυροσβέστες για να τους βοηθήσουν. Ωστόσο, όταν οι πυροσβέστες τον αντίκρισαν, διαπίστωσαν ότι και ο ίδιος ήταν σοβαρά τραυματισμένος. «Οι πυροσβέστες μου είπαν πως έχω εγκαύματα, είμαι βαριά τραυματισμένος και με πήραν για το νοσοκομείο», ανέφερε.
«Έσβησαν τα φώτα, υπήρχε φωτιά, καπνός και μια περίεργη μυρωδιά»
Ο Αριστοφάνης Ξανθόπουλος αναφέρθηκε και στις συνθήκες που επικρατούσαν αμέσως μετά τη σύγκρουση, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία σε μια ασυνήθιστη μυρωδιά που είχε αντιληφθεί. «Στη σύγκρουση άκουσα το μπαμ, έσβησαν τα φώτα. Υπήρχε μια περίεργη μυρωδιά. Μύριζαν και τα ρούχα μου μετά. Υπήρχε φωτιά και καπνός», κατέθεσε.
Κατά τη διάρκεια της εξέτασής του, η πρόεδρος του δικαστηρίου τού επέδειξε φωτογραφία από τη δικογραφία, προκειμένου να υποδείξει από ποια πλευρά κατάφερε να βγει από την αμαξοστοιχία μετά τη σύγκρουση.