Εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στην εμπορία αλλοδαπών γυναικών με σκοπό τη γενετήσια και οικονομική εκμετάλλευσή τους μέσω «γραφείου» ερωτικών ραντεβού, εξαρθρώθηκε από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Καταπολέμησης Διακίνησης και Εμπορίας Ανθρώπων και Αγαθών της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Κατά τη διάρκεια της επιχείρησης παρασχέθηκε προστασία και αρωγή σε τρεις αλλοδαπές γυναίκες, ενώ μεταξύ των κατασχεθέντων περιλαμβάνονται κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη, MDMA, δισκία τύπου ecstasy, υγρή κεταμίνη, καθώς και εξοπλισμός νόθευσης και τυποποίησης ναρκωτικών ουσιών.
Στο πλαίσιο συντονισμένης αστυνομικής επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Ιουνίου 2026 στην Αθήνα, με τη συνδρομή αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Πληροφοριών και Ειδικών Δράσεων και των εξειδικευμένων Μ.Κ.Ο. «OUR RESCUE» και «Α21», συνελήφθησαν τρία μέλη της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και το αρχηγικό, καθώς και ακόμη ένα άτομο.
Πρόκειται για έναν άντρα ηλικίας 26 ετών, δύο αλλοδαπούς ηλικίας 27 και 19 ετών και μία αλλοδαπή γυναίκα ηλικίας 31 ετών. Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για κατά περίπτωση εγκληματική οργάνωση, εμπορία ανθρώπων με σκοπό τη γενετήσια εκμετάλλευση, μαστροπεία και παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών.
Η διερεύνηση της υπόθεσης ξεκίνησε έπειτα από καταγγελία αλλοδαπής γυναίκας, θύματος εμπορίας ανθρώπων. Η έρευνα του Τμήματος Καταπολέμησης Διακίνησης και Εμπορίας Ανθρώπων υποστηρίχθηκε από την Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών (H.S.I.).
Σύμφωνα με την Αστυνομία, η γυναίκα κάλεσε τη γραμμή έκτακτης ανάγκης 112 ενώ βρισκόταν έξω από πολυκατοικία σε περιοχή της Αθήνας. Αστυνομικοί της Άμεσης Δράσης μετέβησαν στο σημείο, την εντόπισαν και τη μετέφεραν στο Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Καλλιθέας, όπου προέκυψαν ενδείξεις εμπορίας ανθρώπων.
Από την περαιτέρω έρευνα διαπιστώθηκε ότι ο 27χρονος, ο 26χρονος και ο 19χρονος είχαν συγκροτήσει και ενταχθεί σε επιχειρησιακά δομημένη εγκληματική οργάνωση με διαρκή δράση, η οποία στρατολογούσε γυναίκες από χώρες της Λατινικής Αμερικής μέσω απατηλών μέσων και ψευδών υποσχέσεων. Σκοπός τους ήταν η μεταφορά των γυναικών στην Ελλάδα και η κατ’ επάγγελμα και από κερδοσκοπία γενετήσια εκμετάλλευσή τους.
Ως μέσο άσκησης πίεσης χρησιμοποιούσαν την απαίτηση εξόφλησης χρέους, το οποίο αποδιδόταν στις γυναίκες με προσχηματικές αιτιολογίες. Παράλληλα, ως μέσο ελέγχου και δημιουργίας σχέσης εξάρτησης λειτουργούσε η προτροπή στη χρήση ναρκωτικών ουσιών, οι οποίες πωλούνταν από μέλη της οργάνωσης.
Όπως προέκυψε από την έρευνα, ο 26χρονος ήταν το αρχηγικό μέλος της οργάνωσης. Καθόριζε τις αμοιβές των εκδιδόμενων γυναικών, επέβαλλε τον έλεγχο της δραστηριότητάς τους, απαιτούσε συνεχή λογοδοσία για τα έσοδα και τις μετακινήσεις τους και επέβλεπε τη συμμόρφωσή τους στις εντολές του.
Παράλληλα, είχε αναλάβει την οργάνωση της αποστολής των γυναικών για την πραγματοποίηση ερωτικών συνευρέσεων με πελάτες σε ξενοδοχεία και οικίες της Αττικής. Η διαφήμιση και ο κανονισμός των ερωτικών ραντεβού γίνονταν μέσω συνεργασίας των μελών της εγκληματικής οργάνωσης με «γραφείο» ερωτικών ραντεβού που λειτουργούσε μέσω ιστοσελίδας.
Ο 19χρονος είχε αναλάβει τον εντοπισμό γυναικών από το εξωτερικό που βρίσκονταν σε ευάλωτη θέση. Με τη χρήση απατηλών μέσων αποσπούσε τη συναίνεσή τους προκειμένου να ταξιδέψουν στην Ελλάδα για να εργαστούν ως εκδιδόμενες, ενώ παράλληλα προχωρούσε στην παρακράτηση των ταξιδιωτικών εγγράφων τους και στην επιτήρησή τους.
Τα υπόλοιπα μέλη της οργάνωσης είχαν αναλάβει την επιτήρηση των κινήσεων των γυναικών, την παρακολούθηση της εφαρμογής των περιοριστικών όρων που τους είχαν επιβληθεί και τη μεταφορά τους στις τοποθεσίες όπου πραγματοποιούνταν οι ερωτικές συνευρέσεις.