Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται ίσως στην πιο κρίσιμη καμπή της μεταπολιτευτικής του ιστορίας μετά την οικονομική κρίση και τα πέτρινα χρόνια των μνημονίων. Παρά τις προσπάθειες ανασυγκρότησης και την αλλαγή ηγεσίας τα προηγούμενα χρόνια, οι δημοσκοπήσεις το κατατάσσουν σταθερά στην τρίτη ή ακόμη και στην τέταρτη θέση, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τις πιθανότητες να διεκδικήσει αυτοδύναμο πρωταγωνιστικό ρόλο.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι εσωκομματικές διαφωνίες και οι δημόσιες παρεμβάσεις στελεχών αναδεικνύουν το μεγάλο στρατηγικό ερώτημα: Ποια θα είναι η επόμενη ημέρα για το κόμμα και με ποιον θα επιλέξει να συμπορευτεί όταν προκύψει ζήτημα κυβερνητικών συνεργασιών; Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να έχει σοβαρό έλλειμμα ηγεσίας, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει ούτε «γραμμιτζήδες», ούτε «συγκεντρωσιάρχες» όπως τα παλιά καλά χρόνια του… ορθόδοξου ΠΑΣΟΚ.

Η αντιπαράθεση που άνοιξε νέα συζήτηση

Η δημόσια αντιπαράθεση μεταξύ του Χάρη Δούκα και της Άννας Διαμαντοπούλου ανέδειξε τις διαφορετικές σχολές σκέψης που υπάρχουν στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν στελέχη που θεωρούν ότι το κόμμα πρέπει να διατηρήσει σαφείς αποστάσεις τόσο από τη Νέα Δημοκρατία όσο και από τον ΣΥΡΙΖΑ, επιδιώκοντας έναν αυτόνομο δρόμο.

Από την άλλη, αρκετοί εκτιμούν ότι η πολιτική πραγματικότητα των επόμενων εκλογών μπορεί να επιβάλει δύσκολες αποφάσεις, καθώς η συμμετοχή σε κυβέρνηση συνεργασίας ίσως αποτελέσει μονόδρομο για τη διατήρηση της πολιτικής επιρροής του κόμματος.

Η παρέμβαση της Λούκας Κατσέλη και το σενάριο Τσίπρα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσαν οι πρόσφατες αναφορές της Λούκας Κατσέλη περί προοδευτικών συγκλίσεων, με αναφορά και στον Αλέξη Τσίπρα και στην Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη.

Η συζήτηση αυτή αναζωπύρωσε τα σενάρια περί μιας πιθανής ανασύνθεσης του κεντροαριστερού χώρου, με συνεργασίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα θεωρούνταν πολιτικά δύσκολες. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή θα συναντούσε αντιδράσεις μέσα στο ΠΑΣΟΚ, καθώς αρκετά στελέχη θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε τον βασικό πολιτικό αντίπαλο της παράταξης την προηγούμενη δεκαετία.

Το σενάριο συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία

Στην αντίπερα όχθη βρίσκεται η πιθανότητα κυβερνητικής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία, ένα σενάριο που επίσης διχάζει. Υποστηρικτές αυτής της επιλογής εκτιμούν ότι μια κυβέρνηση σταθερότητας θα μπορούσε να δώσει στο ΠΑΣΟΚ ρόλο συνδιαμορφωτή των εξελίξεων.

Οι επικριτές όμως θυμίζουν την εμπειρία της περιόδου 2012-2015, υποστηρίζοντας ότι η σύμπραξη με τη Νέα Δημοκρατία είχε υψηλό πολιτικό κόστος για το κόμμα και συνέβαλε στη δραματική εκλογική του συρρίκνωση.

Αυτόνομη πορεία ή η πολιτική επιβίωση;

Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ επιμένει επισήμως στη στρατηγική της πολιτικής αυτονομίας. Ωστόσο, οι αριθμοί των δημοσκοπήσεων και οι κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού δημιουργούν πιεστικά διλήμματα.

Εάν το κόμμα παραμείνει σε ποσοστά που δεν του επιτρέπουν να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο, η συμμετοχή σε κυβέρνηση συνεργασίας μπορεί να αποτελέσει την πιο ρεαλιστική επιλογή για να παραμείνει στο επίκεντρο των εξελίξεων. Αντίθετα, η άρνηση κάθε συνεργασίας ίσως διαφυλάξει την πολιτική του αυτονομία, αλλά εγκυμονεί τον κίνδυνο περαιτέρω περιθωριοποίησης.

Από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη

Το ιστορικό δίλημμα του ΠΑΣΟΚ μοιάζει σήμερα περισσότερο από ποτέ με το αρχαίο πέρασμα ανάμεσα στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη.

Η συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία μπορεί να αποξενώσει αριστερόστροφους ψηφοφόρους. Η προσέγγιση με τον Αλέξη Τσίπρα ή ευρύτερες δυνάμεις της αριστεράς μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις στο κεντρώο ακροατήριο και στο εσωτερικό της παράταξης.

Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα κρίνει μόνο το ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα. Θα κρίνει και τη φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ για τα επόμενα χρόνια. Η απόφαση αυτή, είτε ληφθεί από τον Νίκο Ανδρουλάκη είτε από μια μελλοντική ηγεσία, ενδέχεται να καθορίσει όχι μόνο την εκλογική του πορεία αλλά και την ίδια την πολιτική του επιβίωση.

Προφανώς και θα υπάρξουν αποχωρήσεις και διασπαστικές τάσεις είτε πάει προς ΝΔ είτε προς Τσίπρα. Εδώ όμως ισχύει το ρηθέν «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και μόνον η παραμονή στα γρανάζια της εξουσίας μπορεί να εξασφαλίσει την επιβίωση του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος.

Διαβάστε ακόμη: