Για πάνω από μία δεκαετία, η βιομηχανία των smartphones λειτούργησε με έναν σχεδόν άτυπο κανόνα: η συσκευή είχε ημερομηνία λήξης. Σε δύο ή τρία χρόνια, ο χρήστης έπρεπε να περάσει στο επόμενο μοντέλο. Οι κατασκευαστές έκλειναν τις συσκευές τους, δυσκόλευαν την επισκευή, περιόριζαν τα ανταλλακτικά και σταματούσαν τις ενημερώσεις λογισμικού, μετατρέποντας ακόμη και λειτουργικά κινητά σε «παρωχημένα».
Αυτό το μοντέλο πλέον αμφισβητείται ευθέως — και όχι από την αγορά, αλλά από τη νομοθεσία. Η Ευρωπαϊκή Ένωσηεισάγει ένα νέο, σαρωτικό πλαίσιο για κινητά τηλέφωνα και tablets, το οποίο αλλάζει ριζικά τον τρόπο που σχεδιάζονται, πωλούνται και χρησιμοποιούνται οι συσκευές.
Οι αλλαγές εντάσσονται στον κανονισμό οικολογικού σχεδιασμού και αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής που στοχεύει στη μείωση των ηλεκτρονικών αποβλήτων, στην αύξηση της διάρκειας ζωής των προϊόντων και στη μείωση της εξάρτησης των καταναλωτών από τον κύκλο συνεχών αναβαθμίσεων.
Η φιλοσοφία είναι ξεκάθαρη: οι συσκευές δεν πρέπει να αντικαθίστανται γρήγορα, αλλά να αντέχουν περισσότερο και να επισκευάζονται εύκολα.
Η μπαταρία στο επίκεντρο της αλλαγής
Η πιο καθοριστική τομή αφορά τημπαταρία. Μέχρι σήμερα, οι περισσότερες συσκευές σχεδιάζονταν έτσι ώστε η αντικατάστασή της να απαιτεί εξειδικευμένα εργαλεία ή τεχνική υποστήριξη, με κόστος που συχνά καθιστούσε πιο συμφέρουσα την αγορά νέου κινητού.
Παράλληλα, οι μπαταρίες θα πρέπει να είναι πιο ανθεκτικές, διατηρώντας τουλάχιστον το 80% της απόδοσής τους μετά από 800 κύκλους φόρτισης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένα smartphone θα μπορεί να λειτουργεί αξιόπιστα για πολύ περισσότερα χρόνια.
