Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με επίμονες δημοσιονομικές ανισορροπίες οι οποίες δεν αποτελούν απλώς συνέπεια της επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας τα τελευταία έτη, αλλά αντανακλούν βαθύτερες, διαχρονικές αδυναμίες του οικονομικού και δημοσιονομικού της μοντέλου. Παρά την υψηλή φορολογική επιβάρυνση, η χώρα εξακολουθεί να καταγράφει σημαντικά ελλείμματα και αυξανόμενο δημόσιο χρέος.
Αυτό επισημαίνεται σε ανάλυση της Eurobank για την κρίση στη Γαλλία, σύμφωνα με την οποία η πολιτική αβεβαιότητα, οι κοινωνικές αναταραχές και η αύξηση του δημόσιου χρέους επιβαρύνουν τις προοπτικές του προϋπολογισμού για το 2027.
Σύμφωνα με το κυβερνητικό προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2027, το έλλειμμα αναμένεται να περιοριστεί από 5,4% του ΑΕΠ το 2026 στο 5,0% το 2027, ενώ το χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από 119,3% σε 121,7% του ΑΕΠ, ποσοστό υπερδιπλάσιο εκείνου του 2000. Συνεπώς, ακόμη και η πλήρης εφαρμογή των προγραμματισμένων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής δεν θα επαρκούσε για τη σταθεροποίηση του χρέους.
Το βασικό δημοσιονομικό πρόβλημα της Γαλλίας απορρέει από τον συνδυασμό διαχρονικά υψηλών και δύσκολα περιορίσιμων δημόσιων δαπανών, χαμηλού δυνητικού ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης και περιορισμένων περιθωρίων περαιτέρω αύξησης των φορολογικών εσόδων. Οι αδυναμίες αυτές επιτείνονται από την πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών την άνοιξη του 2027 και τον κατακερματισμό των πολιτικών δυνάμεων στην Εθνοσυνέλευση, που δυσχεραίνουν την εφαρμογή μιας συνεκτικής στρατηγικής δημοσιονομικής εξυγίανσης. Η απουσία κυβερνητικής πλειοψηφίας και οι αυξημένες δυσκολίες εξασφάλισης της στήριξης των κομμάτων της αντιπολίτευσης σε περιοριστικά δημοσιονομικά μέτρα λίγους μόνο μήνες πριν τις εκλογές, ενισχύουν την πιθανότητα συμβιβασμών που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τη σχεδιαζόμενη δημοσιονομική προσαρμογή για το 2027. Παράλληλα, το εκλογικό αποτέλεσμα ενδέχεται να οδηγήσει σε αναθεώρηση του προϋπολογισμού και των προτεραιοτήτων της δημοσιονομικής πολιτικής, εντείνοντας την αβεβαιότητα ως προς την έκταση και την αποτελεσματικότητα των μέτρων αντιμετώπισης των δημοσιονομικών ανισορροπιών.
Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, οι κυκλικοί παράγοντες επιβαρύνουν περαιτέρω τη δημοσιονομική κατάσταση. Η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνθηκε, από 1,5% το 2024, σε 0,8% το 2025, ενώ για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω υποχώρηση στο 0,5%. Η ασθενής εγχώρια ζήτηση, η υποτονική επενδυτική δραστηριότητα, οι υψηλότερες τιμές ενέργειας και οι περιοριστικές χρηματοδοτικές συνθήκες συγκρατούν την οικονομική δραστηριότητα και περιορίζουν τη δυναμική των φορολογικών εσόδων, ενώ η αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων ενισχύει το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, οι κυκλικές αυτές πιέσεις δεν αποτελούν τη βασική αιτία των δημοσιονομικών ανισορροπιών, οι οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Η σημαντικότερη διαρθρωτική αδυναμία αφορά το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο δημόσιων δαπανών. Το 2025 ανήλθαν στο 57,2% του ΑΕΠ — κοντά στον μέσο όρο της τελευταίας 25ετίας, 56,4% — έναντι 48,7% στην Ευρωζώνη. Βασικός παράγοντας είναι το εκτεταμένο κοινωνικό κράτος, καθώς οι δαπάνες για κοινωνική προστασία και υγεία αντιπροσώπευαν συνολικά το 32,6% του ΑΕΠ και το 57,1% των δημόσιων δαπανών το 2024, έναντι 27,4% και 55,8%, αντίστοιχα, στην Ευρωζώνη, με ιδιαίτερα σημαντική συμβολή των συνταξιοδοτικών δαπανών.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος για τη μακροχρόνια δημοσιονομική βιωσιμότητα. Το γαλλικό συνταξιοδοτικό σύστημα παραμένει σύνθετο, καθώς περιλαμβάνει διαφορετικά καθεστώτα κύριας και υποχρεωτικής συμπληρωματικής ασφάλισης ανά επαγγελματική κατηγορία, και στηρίζεται κυρίως στη διανεμητική χρηματοδότηση, καθιστώντας το ιδιαίτερα ευάλωτο στις δημογραφικές εξελίξεις. Ο αριθμός ασφαλισμένων ανά συνταξιούχο προβλέπεται να μειωθεί, από 1,8 το 2025 σε περίπου 1,3 το 2070. Σύμφωνα με το γαλλικό Συμβούλιο Συντάξεων (COR), οι συνταξιοδοτικές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν, από 14,1% του ΑΕΠ το 2025, σε 15,3% το 2070, ενώ το χρηματοδοτικό έλλειμμα του συστήματος προβλέπεται να διευρυνθεί από 0,2% σε 2,4% του ΑΕΠ.
Η ελληνική εμπειρία προσφέρει ένα ενδιαφέρον σημείο σύγκρισης, καθώς, παρά τις δυσμενέστερες δημογραφικές προοπτικές, οι μεταρρυθμίσεις της περιόδου της κρίσης χρέους, όπως η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, ο περιορισμός των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων και η στενότερη σύνδεση εισφορών και παροχών, συνέβαλαν στη συγκράτηση της μελλοντικής δημοσιονομικής επιβάρυνσης. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες στην Ελλάδα προβλέπεται να μειωθούν, από 13,4% του ΑΕΠ το 2024, σε 12,0% το 2070. Αν και οι προβλέψεις για τις δύο χώρες προέρχονται από διαφορετικές μελέτες, η ελληνική εμπειρία αναδεικνύει τη σημασία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη μακροχρόνια δημοσιονομική βιωσιμότητα. Στη Γαλλία, αντίθετα, οι πολιτικές αντιδράσεις οδήγησαν στην αναστολή έως το 2028 της σταδιακής αύξησης του νόμιμου ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες εφαρμογής μεταρρυθμίσεων με σημαντικό δημοσιονομικό όφελος αλλά υψηλό πολιτικό κόστος.
Ένα δεύτερο θεμελιώδες διαρθρωτικό πρόβλημα είναι ο χαμηλός δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της γαλλικής οικονομίας, ο οποίος, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, εκτιμάται περίπου στο 1%. Η αδυναμία αυτή συνδέεται με την υποτονική αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής (Total Factor Productivity – TFP), την περιορισμένη αύξηση του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού ανά εργαζόμενο και τους περιορισμούς στην προσφορά εργασίας. Η ασθενής αύξηση της παραγωγικότητας συνδέεται με τις ανεπαρκείς ιδιωτικές επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη, τη βραδεία διάχυση της καινοτομίας και τα εμπόδια στον ανταγωνισμό, ενώ τα σχετικά χαμηλά ποσοστά απασχόλησης, ιδιαίτερα μεταξύ των νέων και των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας, και οι αναντιστοιχίες δεξιοτήτων περιορίζουν την αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού. Είναι χαρακτηριστικό ότι, αν και η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το σχετικό πλεονέκτημα της Γαλλίας έχει περιοριστεί, από άνω του 130% του μέσου όρου της ΕΕ στις αρχές της δεκαετίας του 2000, στο 112,7% το 2025. Η ασθενής δυνητική ανάπτυξη περιορίζει τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και δυσχεραίνει τη συγκράτηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι η Γαλλία διαθέτει ήδη την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση στην Ευρωζώνη. Το 2025, τα φορολογικά έσοδα ανήλθαν στο 45,2% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 40,6% στην Ευρωζώνη, περιορίζοντας τα περιθώρια πρόσθετης δημοσιονομικής προσαρμογής μέσω αυξήσεων φόρων. Πρόσθετη διαρθρωτική αδυναμία αποτελεί η περιορισμένη αποτελεσματικότητα μέρους των δημόσιων δαπανών λόγω της διοικητικής πολυπλοκότητας και της επικάλυψης αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφορετικών επιπέδων διακυβέρνησης. Παράλληλα, παρότι το σύστημα κοινωνικής προστασίας συμβάλλει ουσιαστικά στον περιορισμό της φτώχειας και των εισοδηματικών ανισοτήτων, η αναδιανεμητική του αποτελεσματικότητα στηρίζεται περισσότερο στο υψηλό επίπεδο των κοινωνικών δαπανών παρά στην αποτελεσματική στόχευση των παροχών προς τις ομάδες με τις μεγαλύτερες ανάγκες.
Η διαρθρωτική φύση του προβλήματος αποτυπώνεται και στη μακροχρόνια εξέλιξη των δημοσιονομικών ισοζυγίων. Η Γαλλία έχει να καταγράψει δημοσιονομικό πλεόνασμα από το 1974 και πρωτογενές πλεόνασμα από το 2001, ενώ παρουσιάζει κυκλικά προσαρμοσμένο πρωτογενές έλλειμμα επί περίπου δύο δεκαετίες. Σύμφωνα με οικονομική έκθεση της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης, βασισμένη σε στοιχεία του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, κατά την περίοδο 2017–2025, τα πρωτογενή ελλείμματα προσέθεταν κατά μέσο όρο 3,2 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως στην αύξηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ, επίδραση που αντισταθμιζόταν εν μέρει από την ευνοϊκή διαφορά μεταξύ του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους και της ονομαστικής ανάπτυξης (snowball effect). Ωστόσο, η ευνοϊκή αυτή επίδραση έχει πλέον σχεδόν εξαλειφθεί, καθιστώντας αναγκαία μεγαλύτερη πρωτογενή δημοσιονομική προσαρμογή για τη σταθεροποίηση του δημόσιου χρέους.
Συμπερασματικά, η δημοσιονομική επιδείνωση της Γαλλίας αντανακλά πρωτίστως διαρθρωτικές αδυναμίες και, σε μικρότερο βαθμό, κυκλικούς παράγοντες. Η χώρα καλείται να χρηματοδοτήσει ένα ιδιαίτερα δαπανηρό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο σε συνθήκες χαμηλής δυνητικής ανάπτυξης και ήδη υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης. Η αποκατάσταση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας απαιτεί επομένως συνδυασμό συστηματικού ελέγχου των δημόσιων δαπανών, μεταρρυθμίσεων στο συνταξιοδοτικό σύστημα και στη δημόσια διοίκηση, καθώς και παρεμβάσεων που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα, την απασχόληση και τις επενδύσεις.
Παρά τη δυσμενή δημοσιονομική δυναμική, η Γαλλία δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο κρίσης δημόσιου χρέους αντίστοιχης με εκείνη της Ευρωζώνης κατά τη δεκαετία του 2010. Το μεγάλο μέγεθος και η διαφοροποιημένη παραγωγική διάρθρωση της οικονομίας της, η ευρεία φορολογική βάση, η σχετικά μεγάλη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους και το ενισχυμένο ευρωπαϊκό πλαίσιο χρηματοπιστωτικής σταθερότητας περιορίζουν τον κίνδυνο αιφνίδιας κρίσης χρηματοδότησης. Ωστόσο, τα επίμονα πρωτογενή ελλείμματα, η χαμηλή ανάπτυξη και το αυξανόμενο κόστος δανεισμού συνιστούν σημαντικό μεσομακροπρόθεσμο κίνδυνο, με δυνητικές επιπτώσεις στην ευρύτερη Ευρωζώνη. Η ουσιαστική πρόκληση για τη Γαλλία δεν είναι απλώς η βραχυπρόθεσμη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, αλλά η διαρθρωτική προσαρμογή του οικονομικού και κοινωνικού της μοντέλου, ώστε να καταστεί συμβατό με τις μακροχρόνιες αναπτυξιακές δυνατότητες και τους δημοσιονομικούς περιορισμούς της χώρας.
Διαβάστε ακόμη:
- Όμιλος Quest: Πού πήγαν τα 21 εκατ. που εξαφανίστηκαν από τις οικονομικές καταστάσεις;
- Στο στόχαστρο των ΗΠΑ ο Τέλης Μυστακίδης για το σπάσιμο του Ιρανικού εμπάργκο
- Funds-φαντάσματα χωρίς ΑΦΜ λεηλατούν περιουσίες και ξεπλένουν μαύρο χρήμα
- «Χωριάτικο»: Εικονικές εταιρείες και στριπτιτζάδικα που εμπλέκουν τη ρωσική μαφία