Έργα υποδομών συνολικού ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ αναμένεται να ανατεθούν στην ελληνική κατασκευαστική αγορά τους επόμενους μήνες, σηματοδοτώντας την έναρξη ενός νέου, πολυετούς κύκλου επενδύσεων. Το βάρος πέφτει σε οδικά και σιδηροδρομικά έργα, ενεργειακές υποδομές, τηλεπικοινωνιακά δίκτυα, αλλά και σε έργα που θα υλοποιηθούν μέσω ΣΔΙΤ, κυρίως την περίοδο 2027-2030.
Σύμφωνα με έκθεση του ΙΟΒΕ, ο κατασκευαστικός κλάδος βρίσκεται σε φάση έντονης κινητοποίησης κεφαλαίων, με τις ανακαινίσεις και τις ενεργειακές αναβαθμίσεις του γερασμένου κτιριακού αποθέματος να αναδεικνύονται σε έναν ακόμη ισχυρό πυλώνα ανάπτυξης, λόγω της πράσινης μετάβασης που επιβάλλουν οι ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές.
Κεφάλαια άνω των 52 δισ. ευρώ έως το 2026
Μόνο την τριετία 2024-2026, εκτιμάται ότι θα κινητοποιηθούν πάνω από 52 δισ. ευρώ σε δημόσια και ιδιωτικά έργα, οικοδομική δραστηριότητα και επενδύσεις κατοικίας, με καθοριστικό ρόλο να διαδραματίζουν το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ 2021-2027, αλλά και η τραπεζική χρηματοδότηση.
Η συνολική αξία των υπογεγραμμένων συμβάσεων έργων του Δημοσίου αυξήθηκε από 2,3 δισ. ευρώ το 2018 σε 5,3 δισ. ευρώ το 2024, με το υψηλότερο σημείο να καταγράφεται το 2023 (6,2 δισ. ευρώ).
Το «κενό» της κρίσης και οι ανάγκες υποδομών
Παρά τη δυναμική, οι αναλύσεις δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να φέρει ένα επενδυτικό έλλειμμα 40-50 δισ. ευρώ σε υποδομές, αποτέλεσμα της πολυετούς οικονομικής κρίσης. Από αυτό:
- 37% αφορά ενεργειακά έργα
- 31% σιδηροδρομικές υποδομές
- 17% οδικούς άξονες
- 6% έργα διαχείρισης απορριμμάτων
Κατά την περίοδο 2010-2022, οι επενδύσεις σε υποδομές αντιστοιχούσαν μόλις στο 1% του ΑΕΠ ετησίως, έναντι 2% στην Ε.Ε., όταν πριν από την κρίση έφταναν το 3%.
Ανάλυση της Eurobank επισημαίνει ότι η απώλεια παγίου κεφαλαίου την περίοδο 2011-2023 αφαίρεσε από την οικονομία 40,2 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 9,6 δισ. ευρώ προέρχονταν από τον τομέα της γενικής κυβέρνησης.
Κυβερνητικός σχεδιασμός και ανεκτέλεστο υπόλοιπο
Ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Χρίστος Δήμας έχει ξεκαθαρίσει ότι το Δημόσιο θα αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο χρηματοδοτικό εργαλείο, αυξάνοντας σταδιακά το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων.
Ήδη, το ανεκτέλεστο υπόλοιπο των μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων έφτασε το 2024 στα 13,07 δισ. ευρώ, ενώ μαζί με τις προς υπογραφή συμβάσεις ανέρχεται σε 17,36 δισ. ευρώ, με εκτιμήσεις ότι το 2025 πλησίασε τα 20 δισ. ευρώ.
Ο φόβος μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Στελέχη της αγοράς, πάντως, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για ενδεχόμενο επενδυτικό κενό μετά το 2026, όταν ολοκληρωθεί το Ταμείο Ανάκαμψης. Όπως έχει επισημάνει ο Γιώργος Περδικάρης, πρόεδρος της ΤΕΡΝΑ του ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, απαιτούνται άμεσες κινήσεις για να μη διακοπεί η ροή νέων έργων, παρά το γεγονός ότι το υφιστάμενο ανεκτέλεστο επαρκεί για περίπου μία τριετία.
Μετρό, οδικοί άξονες και νέα ΣΔΙΤ
Στο μέτωπο των μεταφορών, οι επεκτάσεις του μετρό παραμένουν περιορισμένες λόγω έλλειψης πόρων. Πέρα από:
- τη γραμμή προς Καλαμαριά στη Θεσσαλονίκη (σε λειτουργία εντός 2026),
- και τη Γραμμή 4 στην Αθήνα,
οι υπόλοιπες επεκτάσεις κινούνται με αργούς ρυθμούς.
Στις οδικές υποδομές, μετά την ολοκλήρωση του άξονα Πάτρα – Πύργος, έρχονται έργα στη Βόρεια και Κεντρική Ελλάδα, ο ΒΟΑΚ (Χανιά – Ηράκλειο), αλλά και μεγάλα ΣΔΙΤ όπως:
- Θεσσαλονίκη – Έδεσσα
- Δράμα – Αμφίπολη
συνολικού ύψους 750 εκατ. ευρώ, που συγκεντρώνουν έντονο ενδιαφέρον από το σύνολο της κατασκευαστικής αγοράς.
Ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για τον κλάδο
Η ελληνική κατασκευαστική αγορά εισέρχεται σε μια περίοδο υψηλών προσδοκιών αλλά και σημαντικών προκλήσεων. Το στοίχημα για τα επόμενα χρόνια δεν είναι μόνο η απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων, αλλά και η έγκαιρη εξασφάλιση νέων έργων, ώστε να μη δημιουργηθεί ένα νέο επενδυτικό κενό μετά το 2026 – αυτή τη φορά σε μια οικονομία που έχει μεγαλύτερες ανάγκες και λιγότερα περιθώρια καθυστέρησης.