Η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από το πρόσωπο της Έλενας Ακρίτα και την υποψηφιότητά της για την Αντιπροεδρία της Βουλής εξελίχθηκε σε μια στρατηγική κίνηση υψηλού ρίσκου, την οποία το Μέγαρο Μαξίμου αξιοποίησε ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να στήσει μια πολιτική παγίδα στη Χαριλάου Τρικούπη.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, αντέδρασε με αστραπιαία αντανακλαστικά. Δεν περιορίστηκε μόνο στο να στηλιτεύσει τη στάση του ΠΑΣΟΚ στην παρούσα συγκυρία, αλλά φρόντισε να «φρεσκάρει» τη συλλογική μνήμη, υπενθυμίζοντας το παλαιότερο «όχι» στην ανανέωση της θητείας του Γιάννη Στουρνάρα στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η κίνηση αυτή είχε στόχο να αναδείξει μια υποτιθέμενη τάση του ΠΑΣΟΚ προς τον αρνητισμό και την ταύτιση με ριζοσπαστικές πρακτικές.

Από την πλευρά του, το ΠΑΣΟΚ σήκωσε το γάντι και απάντησε, όμως η ουσία της υπόθεσης βρίσκεται αλλού. Στη Χαριλάου Τρικούπη φαίνεται πως έπεσαν στην παγίδα του αυτοεγκλωβισμού: Στην έντονη προσπάθειά τους να συγκροτήσουν ένα αρραγές «μέτωπο» κατά της Νέας Δημοκρατίας, κατέληξαν να εμφανίζονται πλήρως ταυτισμένοι με τα κόμματα της Αριστεράς. Αυτή η εικόνα του «ενός σώματος και μιας φωνής» έχει ένα σοβαρό πολιτικό κόστος: Το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να σπρώχνει μόνο του τον εαυτό του μακριά από τον κρίσιμο μεσαίο χώρο, παραδίδοντάς τον ουσιαστικά «στο πιάτο» της Νέας Δημοκρατίας.

Όσον αφορά το «γαλάζιο» βέτο στην υποψηφιότητα της Έλενας Ακρίτα, οι επίσημες διαρροές από την Πειραιώς εστίαζαν στην έλλειψη «διαδικτυακής νηφαλιότητας και πολιτικής ευπρέπειας» εκ μέρους της βουλευτού. Ωστόσο, ο πραγματικός λόγος πίσω από την απόφαση του Κυριάκου Μητσοτάκη φαίνεται πως ήταν πολύ πιο βαθύς και εσωκομματικός.

Ο Πρωθυπουργός δεν μπλόκαρε την υποψηφιότητά της μόνο για να υπηρετήσει το αφήγημα περί καταπολέμησης της «τοξικότητας». Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, ο Κυριάκος Μητσοτάκης τελούσε σε γνώση ενός σημαντικού κινδύνου: Ακόμα κι αν ο ίδιος έδινε επίσημη «γραμμή» υπερψήφισης, ένα μεγάλο μέρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας ήταν αποφασισμένο να την καταψηφίσει στην πράξη.

Όπως χαρακτηριστικά σχολίαζε αρμόδια πηγή, το ρίσκο ήταν πολύ μεγάλο, καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως «το να διχαστεί η Νέα Δημοκρατία για χάρη της κ. Ακρίτα, πάει πολύ». Έτσι, η ηγεσία της παράταξης προτίμησε τη μετωπική σύγκρουση με την αντιπολίτευση, παρά μια εσωτερική κρίση που θα εξέθετε την ενότητα της γαλάζιας παράταξης.

Διαβάστε ακόμη: