Στο πακέτο των κυβερνητικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους μπαίνει πλέον και η βιομηχανία, με το οικονομικό επιτελείο να αναγνωρίζει τις πιέσεις που δέχονται οι επιχειρήσεις και να αναζητεί τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο για τη στήριξή τους.
Σε πρώτη φάση, πάντως, σημειώνει ρεπορτάζ της Καθημερινής, το βάρος πέφτει στα καύσιμα, με προτεραιότητα στο πετρέλαιο θέρμανσης. Για τον Οκτώβριο απομακρύνεται το ενδεχόμενο επιδότησης του ηλεκτρικού ρεύματος, όπως και η επαναφορά του «πλαφόν» στο περιθώριο κέρδους των εταιρειών εμπορίας και πρατηρίων καυσίμων.
Οι σχετικές ανακοινώσεις μετατίθενται για την ερχόμενη εβδομάδα, αφού προηγουμένως ολοκληρωθούν οι συζητήσεις με τα διυλιστήρια για το ύψος, τη μορφή και τη χρονική διάρκεια της συνεισφοράς τους στα μέτρα που προανήγγειλε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Την πρόθεση της κυβέρνησης να συμπεριλάβει τη βιομηχανία στα μέτρα στήριξης μετέφερε υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος, ενώ ανάλογη εικόνα φαίνεται να έχει και ο ΣΕΒ. Σύμφωνα με δηλώσεις του προέδρου του Συνδέσμου, Σπύρου Θεοδωρόπουλου, έχουν ήδη ξεκινήσει επαφές για το «φλέγον θέμα του ενεργειακού κόστους», με τον ίδιο να διαπιστώνει θετικό κλίμα.
Με αυτό το κλίμα συνέδεσε ο πρόεδρος του ΣΕΒ και τη διαφοροποίηση του Συνδέσμου από την κοινή παρέμβαση των 16 βιομηχανικών συνδέσμων της χώρας. «Βάσιμα ελπίζουμε ότι μέχρι τη γενική συνέλευση στις 6 Οκτωβρίου θα υπάρξει ανταπόκριση από πλευράς της κυβέρνησης», δήλωσε.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται να αναγνωρίζει τις πιέσεις στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις, καθώς και την ανάγκη πρόσθετων παρεμβάσεων για όσες δεν καλύπτονται από τον υφιστάμενο μηχανισμό αντιστάθμισης. Εφόσον εξασφαλισθεί ο απαιτούμενος δημοσιονομικός χώρος, η παρέμβαση θα μπορούσε να προχωρήσει στο πλαίσιο του CISAF, το οποίο επιτρέπει προσωρινά μέτρα για τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2030.
Οι γραμμές άμυνας που χτίζει η κυβέρνηση δεν περιλαμβάνουν, τουλάχιστον στην παρούσα φάση, παρεμβάσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Η πολιτική των επιδοτήσεων φαίνεται να υποχωρεί από τον σχεδιασμό, με την άποψη που κυριαρχεί να είναι ότι στην αγορά υπάρχουν τα σταθερά –μπλε– τιμολόγια που παρέχουν προστασία στον καταναλωτή.
Πρόκειται για παρότρυνση προς τους καταναλωτές να στραφούν στα σταθερά τιμολόγια, κατεύθυνση που αποτυπώθηκε ήδη με τη διάθεση του σταθερού τιμολογίου της ΔΕΗ στην τιμή των 11,5 λεπτών/κιλοβατώρα. Στην υπόλοιπη αγορά, τα περισσότερα σταθερά τιμολόγια κινούνται σήμερα από 14 έως 19 λεπτά, συνοδευόμενα από υψηλά πάγια.
Με τη νέα αυτή προσέγγιση απομακρύνεται το ενδεχόμενο επιδότησης των κυμαινόμενων τιμολογίων, παρά την αύξηση της χονδρεμπορικής τιμής τον Σεπτέμβριο κατά περισσότερο από 20%. Το θέμα θα μπορούσε να επανεξεταστεί μόνο εφόσον οι τιμές εκτιναχθούν πάνω από τα 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Τέλος, το πακέτο μέτρων δεν αναμένεται να περιλαμβάνει την επαναφορά του πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας, καθώς η κυβέρνηση θεωρεί ότι ο ανταγωνισμός στην αγορά λειτουργεί. Αντίθετη εμφανίζεται και στο ενδεχόμενο επιβολής πλαφόν στα διυλιστήρια, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών και την ασφάλεια εφοδιασμού.