Μια από τις ισχυρότερες εξαγωγικές επιδόσεις των τελευταίων ετών καταγράφει η ελληνική βιομηχανία στα τρόφιμα, η οποία βρίσκεται πλέον σε απόσταση αναπνοής από ένα ιστορικό ορόσημο: τα 10 δισ. ευρώ ετήσιων εξαγωγών.

Τα στοιχεία για το πρώτο οκτάμηνο του 2026 δείχνουν ότι τα ελληνικά τρόφιμα εξακολουθούν να κερδίζουν έδαφος στις διεθνείς αγορές, με την αξία των εξαγωγών τροφίμων και ζώντων ζώων να φτάνει τα 6,696 δισ. ευρώ, έναντι 6,061 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025.

Η αύξηση κατά 10,5%, που αντιστοιχεί σε επιπλέον 635 εκατ. ευρώ, ενισχύει τις προσδοκίες για νέο ιστορικό ρεκόρ στο τέλος της χρονιάς.

Η πορεία είναι εντυπωσιακή: από 7,62 δισ. ευρώ το 2023, οι εξαγωγές αυξήθηκαν στα 8,27 δισ. το 2024 και στα 9,04 δισ. ευρώ το 2025. Εφόσον διατηρηθεί ο φετινός ρυθμός ανάπτυξης, το ελληνικό τρόφιμο μπορεί να πλησιάσει για πρώτη φορά το φράγμα των 10 δισ. ευρώ.

Πίσω από τους αριθμούς βρίσκεται μια ουσιαστική αλλαγή στον παραγωγικό χάρτη της χώρας. Οι επιχειρήσεις επεκτείνουν τις εγκαταστάσεις τους, σχεδιάζουν νέα εργοστάσια, επενδύουν στην τυποποίηση και διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο στα ράφια των ξένων αλυσίδων.

Την ίδια στιγμή, όμως, η επιτυχία δημιουργεί και μια νέα πρόκληση: η διεθνής ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από τις δυνατότητες ορισμένων κλάδων της εγχώριας παραγωγής.

Τα ελληνικά τρόφιμα κατακτούν μεγαλύτερο μερίδιο στις εξαγωγές

Η κατηγορία των τροφίμων και ζώντων ζώων αντιπροσωπεύει πλέον περίπου το 18% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών αγαθών, αποτελώντας τη δεύτερη μεγαλύτερη εξαγωγική κατηγορία μετά τα καύσιμα.

Η εικόνα του Αυγούστου είναι χαρακτηριστική. Παρά τη συνήθη εποχική επιβράδυνση, οι εξαγωγές τροφίμων συνέχισαν να αυξάνονται με διψήφιο ρυθμό σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και τις αναλύσεις των εξαγωγικών φορέων, η άνοδος δεν περιορίζεται σε ένα προϊόν. Γαλακτοκομικά, ψάρια και φρούτα ενισχύουν τη διεθνή παρουσία τους, αξιοποιώντας την αναγνωρισιμότητα της ελληνικής διατροφής και τις εμπορικές συνεργασίες που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια.

Η αύξηση αφορά την αξία των εξαγωγών. Για την πλήρη αποτίμηση της πορείας του κλάδου απαιτείται, πάντως, να εξετάζονται ξεχωριστά οι μεταβολές στις ποσότητες και στις τιμές κάθε προϊόντος.

Γιαούρτι: Το ελληνικό προϊόν που αναπτύσσεται με εκρηκτικούς ρυθμούς

Ένας από τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές της φετινής εξαγωγικής ανάπτυξης είναι το γιαούρτι.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι εξαγωγές της στατιστικής κατηγορίας γιαουρτιού με προσθήκη ζάχαρης, φρούτων ή άλλων συστατικών αυξήθηκαν κατά 37,9%, φτάνοντας τα 361,8 εκατ. ευρώ.

Το ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο είναι ότι η ανάπτυξη προήλθε κυρίως από την αύξηση των εξαγόμενων ποσοτήτων, κατά περίπου 37%, και όχι απλώς από υψηλότερες τιμές.

Η διεθνής στροφή προς προϊόντα με υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη έχει δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για τις ελληνικές γαλακτοβιομηχανίες.

Ωστόσο, υπάρχει και μια σοβαρή πρόκληση. Η παγκόσμια αγορά προϊόντων που χρησιμοποιούν την ονομασία «Greek yogurt» περιλαμβάνει μεγάλες ποσότητες γιαουρτιού που παράγονται εκτός Ελλάδας.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων, Χρήστο Αποστολόπουλο, οι ελληνικές εξαγωγές γιαουρτιού έχουν αυξηθεί κατά 110% την τελευταία τριετία, αλλά το αυθεντικό ελληνικό προϊόν αντιπροσωπεύει μόλις το 6% της ευρύτερης διεθνούς αγοράς που χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη ονομασία.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, επομένως, το στοίχημα δεν είναι μόνο να αυξήσουν την παραγωγή, αλλά και να ενισχύσουν την αναγνωρισιμότητα και την προστασία της προέλευσης των προϊόντων τους.

Φέτα, ψάρια και φρούτα ενισχύουν την εξαγωγική δυναμική

Ισχυρή παραμένει και η διεθνής παρουσία των ελληνικών τυριών.

Η ευρύτερη κατηγορία τυριών, πλην των νωπών, στην οποία περιλαμβάνεται η φέτα, ξεπέρασε το 1 δισ. ευρώ σε εξαγωγές το 2025, φτάνοντας τα 1,042 δισ. ευρώ.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 η αξία των εξαγωγών της ίδιας κατηγορίας αυξήθηκε κατά 9,3%, στα 588,6 εκατ. ευρώ.

Θετικές επιδόσεις παρουσιάζει και ο κλάδος των ιχθυηρών. Οι εξαγωγές νωπών ή απλώς διατηρημένων με ψύξη ψαριών ενισχύθηκαν κατά 11,3%, φτάνοντας τα 457,7 εκατ. ευρώ.

Σημαντική είναι και η συμβολή των φρούτων. Οι εξαγωγές φράουλας ανήλθαν σε 279,1 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 29,5%, ενώ άλλη κατηγορία νωπών φρούτων κατέγραψε αύξηση 41,4%, φτάνοντας τα 292,5 εκατ. ευρώ.

Οι επιδόσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική εξαγωγική δραστηριότητα στηρίζεται σε περισσότερους παραγωγικούς κλάδους, από τη γαλακτοβιομηχανία μέχρι την ιχθυοκαλλιέργεια και τις οργανωμένες καλλιέργειες φρούτων.

Η φέτα απειλείται από τις ελλείψεις γάλακτος

Η αύξηση των εξαγωγών συνοδεύεται, ωστόσο, από σοβαρές πιέσεις στην παραγωγή.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στη φέτα, καθώς η συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου και οι ζωονόσοι που έχουν πλήξει την ελληνική κτηνοτροφία περιορίζουν τη διαθεσιμότητα πρόβειου γάλακτος.

Ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, Μιχάλης Σαράντης, εκτιμά ότι η παραγωγή πρόβειου γάλακτος θα μειωθεί φέτος κατά περίπου 80.000 τόνους, εξέλιξη που μπορεί να οδηγήσει σε έλλειμμα περίπου 20.000 τόνων φέτας.

Οι απώλειες ζωικού κεφαλαίου υπολογίζονται, σύμφωνα με τον ίδιο, σε περίπου 500.000 ζώα.

Την ίδια ώρα, η εξαγωγική ζήτηση παραμένει ισχυρή, με τις πωλήσεις φέτας στο εξωτερικό να εμφανίζουν αύξηση περίπου 7%.

Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις καλούνται να εξυπηρετήσουν περισσότερες παραγγελίες με περιορισμένη διαθέσιμη πρώτη ύλη.

Ο κ. Σαράντης έχει προειδοποιήσει ότι η στενότητα μπορεί να οδηγήσει τη λιανική τιμή της φέτας στα 15 έως 16 ευρώ το κιλό. Πρόκειται για εκτίμηση και όχι για ήδη διαμορφωμένη ενιαία τιμή στην αγορά.

Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το κόστος για τους καταναλωτές. Εάν οι επιχειρήσεις αδυνατούν να ανταποκριθούν στη ζήτηση, υπάρχει κίνδυνος να χάσουν εμπορικές συνεργασίες που χρειάστηκαν χρόνια για να δημιουργηθούν.

Το ελαιόλαδο χάνει έδαφος στις διεθνείς αγορές

Σε αντίθεση με τη θετική πορεία των γαλακτοκομικών και των φρούτων, το ελληνικό ελαιόλαδο αντιμετωπίζει δυσκολίες.

Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, οι εξαγωγές παρθένου ελαιολάδου μειώθηκαν κατά 22,2% σε αξία, στα 345,5 εκατ. ευρώ, ενώ οι εξαγόμενες ποσότητες υποχώρησαν κατά περίπου 23%.

Η ενίσχυση της διεθνούς προσφοράς, κυρίως από την Ισπανία, μεταβάλλει τις ισορροπίες στην αγορά.

Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του ισπανικού υπουργείου Γεωργίας, η παραγωγή της χώρας για την περίοδο 2026–2027 αναμένεται να φτάσει περίπου τους 1,6 εκατ. τόνους, αυξημένη κατά 23%.

Παράλληλα, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα διαχρονικό πρόβλημα: σημαντικές ποσότητες ελληνικού ελαιολάδου εξάγονται χύμα, κυρίως προς την Ιταλία, περιορίζοντας τα έσοδα που θα μπορούσαν να προκύψουν από την τυποποίηση και τη διάθεσή του με ελληνική εμπορική ταυτότητα.

Επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων σε νέα εργοστάσια

Η αύξηση της διεθνούς ζήτησης οδηγεί μεγάλες ελληνικές βιομηχανίες τροφίμων σε νέα επενδυτικά σχέδια.

Η ΜΕΒΓΑΛ προωθεί το πρόγραμμα «MEVGAL Dairy Future», ύψους 161,64 εκατ. ευρώ, για την κατασκευή νέου εργοστασίου γιαουρτιού στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης.

Η εταιρεία εκτιμά ότι το 2026 περισσότερο από το 50% του κύκλου εργασιών της θα προέρχεται για πρώτη φορά από το εξωτερικό, με τις συνολικές πωλήσεις να προβλέπεται ότι θα προσεγγίσουν τα 234 εκατ. ευρώ.

Στις Σέρρες, η Κρι Κρι προωθεί επενδυτικό πρόγραμμα 127 εκατ. ευρώ για την επέκταση της παραγωγικής δυναμικότητάς της.

Η απόφαση συνδέεται με τη σημαντική αύξηση των εξαγωγών γιαουρτιού της εταιρείας, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 46,8% στο πρώτο εξάμηνο του 2026, με βασικές αγορές τη Βρετανία και την Ιταλία.

Στον κλάδο των κατεψυγμένων λαχανικών, η Μπάρμπα Στάθης σχεδιάζει νέα παραγωγική μονάδα στη Λάρισα, με επένδυση περίπου 35 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, ο όμιλος Ελληνικά Γαλακτοκομεία, με εμπορικά σήματα όπως Όλυμπος, ΤΥΡΑΣ, Ροδόπη, ΑΓΝΟ και Δωδώνη, αντλεί περίπου το 60% των πωλήσεών του από δραστηριότητες εκτός Ελλάδας.

Η ανάπτυξη δεν περιορίζεται στις εξαγωγές προϊόντων από ελληνικά εργοστάσια, αλλά περιλαμβάνει και παραγωγικές εγκαταστάσεις στο εξωτερικό, εξαγορές και οργανωμένα δίκτυα διανομής.

Η Ελλάδα στην πρώτη δεκάδα της SIAL στο Παρίσι

Η ενισχυμένη διεθνής παρουσία της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων αποτυπώθηκε και στη φετινή έκθεση SIAL στο Παρίσι, που πραγματοποιήθηκε από τις 17 έως τις 21 Οκτωβρίου.

Η Ελλάδα βρέθηκε στην έβδομη θέση των χωρών με τις περισσότερες καταχωρισμένες συμμετοχές, με 288 εγγραφές στον επίσημο κατάλογο.

Στη διοργάνωση έδωσαν το «παρών» μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις, μικρότερες βιομηχανίες, οικογενειακές μονάδες και συνεταιρισμοί.

Για τις ελληνικές εταιρείες, τέτοιες εκθέσεις αποτελούν ευκαιρία για την ανάπτυξη νέων συνεργασιών με εισαγωγείς, αλυσίδες λιανικής και εμπορικούς αντιπροσώπους.

Η παρουσία σε μια διεθνή έκθεση, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει σταθερές εξαγωγές.

Απαιτούνται επενδύσεις στην παραγωγή, αξιόπιστα δίκτυα διανομής, συνέπεια στην ποιότητα και μακροχρόνιες εμπορικές σχέσεις.

Το επόμενο στοίχημα: Από τις εξαγωγές στη διεθνή αναγνωρισιμότητα

Ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, επισημαίνει ότι η ελληνική εξαγωγική δραστηριότητα πρέπει να περάσει σε μια πιο οργανωμένη στρατηγική ανάπτυξης νέων αγορών.

Η χώρα, όπως υποστηρίζει, δεν μπορεί να περιορίζεται στην εξυπηρέτηση της ζήτησης που ήδη υπάρχει, αλλά χρειάζεται να επενδύσει στη δημιουργία εμπορικών δικτύων και στην προβολή των ελληνικών προϊόντων.

Στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι εξαγωγείς περιλαμβάνονται η πρόσβαση στη χρηματοδότηση, η ασφάλιση εξαγωγικών πιστώσεων, οι τελωνειακές καθυστερήσεις και η γραφειοκρατία.

Ιδιαίτερα για τις μικρότερες επιχειρήσεις, η είσοδος σε μια νέα αγορά απαιτεί κεφάλαια, χρόνο και εξειδικευμένη γνώση.

Η εικόνα του 2026 δείχνει ότι η ελληνική αγροδιατροφή έχει αποκτήσει σημαντική δυναμική. Οι εξαγωγές αυξάνονται, οι βιομηχανίες επενδύουν και ολοένα περισσότερα ελληνικά προϊόντα αποκτούν παρουσία στις διεθνείς αγορές.

Το φράγμα των 10 δισ. ευρώ αποτελεί πλέον έναν ορατό στόχο, όχι όμως εξασφαλισμένο αποτέλεσμα.

Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι η ανάπτυξη να αποκτήσει διάρκεια, με επαρκή εγχώρια παραγωγή, ισχυρότερα ελληνικά εμπορικά σήματα και μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία.

Γιατί η πραγματική επιτυχία δεν θα είναι απλώς να πουλά η Ελλάδα περισσότερα τρόφιμα στο εξωτερικό, αλλά να διατηρεί μεγαλύτερο μέρος της αξίας που δημιουργούν οι παραγωγοί και οι επιχειρήσεις της.

Διαβάστε ακόμη: