Η Ευρωπαϊκή Ένωση προβλέπει ότι ο πληθυσμός στα κράτη-μέλη της θα μειωθεί από σήμερα 451 εκατομμύρια σε περίπου 432 εκατομμύρια έως το 2070. Την ίδια στιγμή το ποσοστό ηλικιωμένων αυξάνεται ραγδαία. Ήδη, σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, περίπου το 25% του πληθυσμού είναι 65 ετών και άνω. Όσο όμως συρρικνώνεται ο εργασιακά ενεργός πληθυσμός, ολοένα λιγότεροι εργαζόμενοι χρηματοδοτούν έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό συνταξιούχων.

Για να καλύψουν ακόμη και τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλύπτουν τα χρηματοδοτικά κενά από τον κρατικό προϋπολογισμό. Στη Γερμανία, αυτή η ενίσχυση ξεπέρασε φέτος τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ και αναμένεται να ξεπεράσει τα 150 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2040.

Μερικά ενδεικτικά παραδείγματα χωρών της ΕΕ: Η Ιταλία δαπανά σήμερα, με 16% του ΑΕΠ, τα περισσότερα για συντάξεις στην Ευρώπη. Στη Γερμανία το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται γύρω στο 10%. Στην Ιταλία ωστόσο οι συντάξεις λειτουργούν συχνά και ως «δίκτυο κοινωνικής ασφάλειας» για ολόκληρες οικογένειες, καθιστώντας ενδεχόμενες περικοπές σχεδόν αδύνατες. Βάσει των εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πληθυσμιακή γήρανση, η Ελλάδα διέθεσε το 2022 το 14,5% του ΑΕΠ της για συντάξεις. Αναμένεται ότι μέχρι το 2040 το ποσοστό αυτό θα μειωθεί στο 13,7%. Η Ισπανία, η οποία έχει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων στην Ευρώπη, θα αυξήσει, όπως όλα δείχνουν, σημαντικά για το λόγο αυτό, τα επόμενα χρόνια την κρατική χρηματοδότηση των συντάξεων.

Λιγότερες εισφορές, χαμηλότερη σύνταξη

Σουηδία και βαλτικές χώρες έχουν συνειδητά επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο. Η χορήγηση συντάξεων ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό έναν απλό κανόνα: μόνο ό,τι καταβάλλεται σε εισφορές μπορεί να καταβληθεί στους συνταξιούχους.

Εάν, δηλαδή, τα έσοδα μειωθούν λόγω δημογραφικών αλλαγών, αναπροσαρμόζονται προς τα κάτω οι συντάξεις. Το σύστημα αυτό έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Στα κράτη της Βαλτικής, τα ποσοστά σχετικής φτώχειας μεταξύ ηλικιωμένων είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, επειδή οι συντάξεις δεν συμβαδίζουν με μισθούς και τιμές.

Τα συνταξιοδοτικά συστήματα στην Ευρώπη είναι πολύπλοκα. Πολλές χώρες έχουν υβριδικά συστήματα που συνδυάζουν αναδιανομή, κεφαλαιοποίηση ή και διασφάλιση βασικού εισοδήματος. Εννέα κράτη-μέλη της ΕΕ συνδέουν το όριο συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής. Σε αυτές ανήκουν Δανία, Ολλανδία, Εσθονία και Σλοβακία.

Στην Πορτογαλία ισχύει από το 2014 ο εξής κανόνας: για κάθε έτος αύξησης του προσδόκιμου ζωής, παρατείνεται κατά περίπου ένα οκτάμηνο το όριο συνταξιοδότησης. Έτσι σήμερα η ηλικία συνταξιοδότησης στην Πορτογαλία βρίσκεται στα 66 έτη και επτά μήνες. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι μακροπρόθεσμα το όριο συνταξιοδότησης σε αρκετές χώρες με αυτόματη αναπροσαρμογή του ορίου συνταξιοδότησης, ενδέχεται να φθάσει και ίσως ξεπεράσει τα 70 χρόνια. Στη Γαλλία τώρα, η οποία δεν διαθέτει παρόμοιο μηχανισμό προσαρμογής, η σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 αναβλήθηκε για πολιτικούς λόγους μέχρι τις επόμενες προεδρικές εκλογές.

Οι συντάξεις στην Ελλάδα στο 88,5% του μισθού

Ανεξάρτητα από το σύστημα συνταξιοδότησης της εκάστοτε χώρας, οι μελλοντικές συντάξεις θα είναι χαμηλότερες σε σχέση με τους μισθούς, εκτός εάν οι πολίτες εργάζονται για περισσότερα χρόνια ή στραφούν στη ιδιωτική σύνταξη.

Ο ΟΟΣΑ αναφέρει ότι κατά μέσο όρο οι συντάξεις διαμορφώνονται στην Ευρώπη περίπου στο 61% του μισθού. Υπάρχουν ωστόσο σημαντικές διακυμάνσεις: Ενώ η Εσθονία, η Λιθουανία και η Ιρλανδία πέφτουν εν μέρει κάτω από το 40%, χώρες όπως Ολλανδία, Πορτογαλία και Τουρκία φτάνουν στις συντάξεις τους σε πάνω από το 90% μισθού, με την Ελλάδα να φθάνει το 88,5%. Η Γερμανία, η Γαλλία και η Σουηδία βρίσκονται γύρω στο 50%.

Καθοριστικό ρόλο για το βιοτικό επίπεδο μετά τη συνταξιοδότηση διαδραματίζουν επικουρικές και ιδιωτικές συντάξεις, καθώς και αποταμιεύσεις, οι οποίες καλούνται σε πολλές χώρες να αντισταθμίσουν τις χαμηλές συντάξεις.

Διαβάστε ακόμη: