Σε έναν από τους μεγαλύτερους κύκλους ανάπτυξης της τελευταίας περιόδου μπαίνει η ΔΕΗ, σχεδιάζοντας να προσθέτει από 1,5 έως 2 GW νέας ισχύος από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας κάθε χρόνο έως το 2030.
Ο ρυθμός αυτός αποτυπώνει την αλλαγή κλίμακας του ομίλου, ο οποίος από την ανάπτυξη μεμονωμένων έργων περνά πλέον σε μια συνεχή ροή νέας πράσινης ισχύος σε Ελλάδα και Ανατολική Ευρώπη, επενδύοντας παράλληλα στην αποθήκευση και την ευέλικτη παραγωγή και αξιοποιώντας στο μέγιστο τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις της περιοχής.
Το επόμενο μεγάλο κύμα παραδόσεων αναμένεται από την Ελλάδα το 2027. Το κατασκευαστικό πρόγραμμα περιλαμβάνει φωτοβολταϊκά, αιολικά και αποθήκευση, ενώ οι μπαταρίες που ολοκληρώνονται αυτή την περίοδο βρίσκονται κοντά στην ηλέκτριση.
Στο μέτωπο της αποθήκευσης, το 2027 σηματοδοτεί την έναρξη λειτουργίας των πρώτων έργων από τη συνεργασία ΔΕΗ–Metlen εκτός Ελλάδας. Μέσα στο πρώτο τρίμηνο αναμένεται να μπουν σε λειτουργία περίπου 300 MW μπαταριών σε Ρουμανία και Βουλγαρία, ως πρώτο βήμα του ευρύτερου σχεδιασμού των δύο ομίλων για έργα συνολικής ισχύος 1,5 GW και χωρητικότητας 3 GWh. Η συνεργασία καλύπτει και την Ιταλία, με ισότιμη συμμετοχή των δύο πλευρών στο κοινό σχήμα και κατανομή των εσόδων σε ποσοστό 50%-50%.
Ένας ενιαίος ηλεκτρικός διάδρομος
Η μεγάλη αλλαγή στη στρατηγική της ΔΕΗ είναι ότι η ανάπτυξη δεν αντιμετωπίζεται πλέον χώρα προς χώρα ούτε ως άθροισμα αυτόνομων επενδύσεων. Η Ελλάδα και οι αγορές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης συγκροτούν σταδιακά έναν ενιαίο ηλεκτρικό χώρο, στον οποίο διαφορετικές τεχνολογίες, παραγωγή, αποθήκευση και διασυνδέσεις λειτουργούν συμπληρωματικά, υλοποιώντας ένα επενδυτικό πρόγραμμα ύψους περίπου 11,8 δις ως το 2030.
Πάνω σε αυτή τη λογική χτίζεται η παρουσία του ομίλου σε μια μεγάλη γεωγραφική περιοχή που εκτείνεται από την Ελλάδα προς τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Ουγγαρία και την Πολωνία και φτάνει μέχρι την Κροατία και την Ιταλία.
Κάθε αγορά έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η Πολωνία βρίσκεται μπροστά σε έναν μεγάλο κύκλο απόσυρσης θερμικών μονάδων, γεγονός που δημιουργεί ανάγκη αντικατάστασης της ισχύος που θα βγει από το σύστημα. Η Ουγγαρία, με τη μεγάλη ανάπτυξη της ηλιακής παραγωγής, δημιουργεί αυξημένες ανάγκες για αποθήκευση, ενώ η Ρουμανία διαθέτει ισχυρό αιολικό δυναμικό και κομβική θέση στις περιφερειακές ηλεκτρικές διασυνδέσεις.
Αυτή ακριβώς η ανομοιομορφία μετατρέπεται σε πλεονέκτημα. Όταν σε μια περιοχή φυσάει και σε μια άλλη όχι, όταν σε μία αγορά υπάρχει μεγάλη ηλιακή παραγωγή και σε μια άλλη δημιουργείται έλλειμμα ισχύος από την απόσυρση θερμικών μονάδων, οι διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές και τεχνολογίες μπορούν να αλληλοσυμπληρώνονται.
Παρουσία στο έδαφος
Η ίδια στρατηγική εξηγεί και τον χαρακτήρα των τελευταίων κινήσεων του ομίλου στο εξωτερικό. Η ΔΕΗ δεν αναζητεί μόνο έτοιμα ενεργειακά έργα για να προσθέσει MW στο χαρτοφυλάκιό της, αλλά επιδιώκει να αποκτά παρουσία σε επίπεδο γραφείων και προσωπικού στο έδαφος, ανθρώπινο δυναμικό και τεχνογνωσία που θα της επιτρέπουν να αναπτύσσει τις επόμενες επενδύσεις
Στις κινήσεις σε Πολωνία και Βουλγαρία, μαζί με τα ενεργειακά assets αποκτήθηκαν πλατφόρμες και ομάδες μηχανικών. Μία από αυτές διαθέτει περίπου 40 μηχανικούς, οι οποίοι μπορούν να καλύψουν ολόκληρο τον κύκλο ενός έργου, από την ανάπτυξη και την κατασκευή μέχρι τη λειτουργία και τη συντήρηση.
Τη φιλοσοφία αυτή περιέγραψε χθες στο 8ο Renewable & Storage Forum ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ Ανανεώσιμες Κωνσταντίνος Μαύρος, τονίζοντας ότι η στρατηγική δεν εξαντλείται στην απόκτηση ενός έργου με καλή οικονομική απόδοση. Η επιδίωξη είναι η δημιουργία μόνιμης βάσης σε κάθε αγορά, ώστε ο όμιλος να μπορεί να αναπτύσσει νέα έργα και να αξιοποιεί τις ευκαιρίες που δημιουργούν οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις.
Ο επόμενος γεωγραφικός κρίκος δεν αποκαλύπτεται ακόμη. Η ΔΕΗ, ωστόσο, συνεχίζει να σκανάρει την ευρύτερη περιοχή, αναζητώντας ευκαιρίες που κουμπώνουν πάνω στο περιφερειακό ηλεκτρικό σύστημα που διαμορφώνεται.
Η μοιρασιά των επενδύσεων
Σε αυτή τη στρατηγική εντάσσεται το επενδυτικό πρόγραμμα του ομίλου έως το 2030, συνολικού ύψους 24-24,5 δισ. ευρώ. Η Ελλάδα εξακολουθεί να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος, με ποσοστό 52%, που αντιστοιχεί περίπου σε 12,7 δισεκατομμύρια επενδύσεις με το υπόλοιπο 48% να κατευθύνεται πλέον στο ευρύτερο cluster της Ανατολικής Ευρώπης υλοποιώντας ένα γιγαντιαίο επενδυτικό πρόγραμμα ύψους περίπου 11,8 δισ. ευρώ.
Η σχεδόν ισόρροπη κατανομή αποτυπώνει τη μεταμόρφωση της ΔΕΗ από μια επιχείρηση με επίκεντρο την ελληνική αγορά σε έναν περιφερειακό ενεργειακό παίκτη.
Η ίδια περιφερειακή στρατηγική αλλάζει και την εικόνα για το ενεργειακό μείγμα. Στην Ελλάδα το χαρτοφυλάκιο παραμένει επικεντρωμένο στα φωτοβολταϊκά, όμως σε επίπεδο ομίλου είναι περισσότερο ισορροπημένο. Η ισχυρή αιολική βάση στη Ρουμανία αντισταθμίζει τη μεγαλύτερη συμμετοχή των φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα, ενώ η αποθήκευση προστίθεται ως τρίτος κρίσιμος πυλώνας.
Η Ουκρανία και η επόμενη ημέρα
Στον μακροπρόθεσμο ενεργειακό χάρτη της περιοχής μπαίνει και η ανοικοδόμηση της Ουκρανίας. Άμεση δραστηριοποίηση της ΔΕΗ στην ουκρανική αγορά δεν βρίσκεται σήμερα στο τραπέζι όσο συνεχίζεται ο πόλεμος όπως ανέφερε χθες ο κ. Μαύρος. Ωστόσο, οι ανάγκες της επόμενης ημέρας εκτιμάται ότι θα επηρεάσουν πολύ ευρύτερα την περιοχή στην οποία δραστηριοποιείται η ΔΕΗ.
Η ανοικοδόμηση θα δημιουργήσει νέα ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας που θα περάσει και μέσα από γειτονικές αγορές, όπως η Πολωνία, η Ρουμανία και η Μολδαβία. Στην ίδια εξίσωση μπαίνει η ανάπτυξη των data centers, που αναμένεται να προσθέσει μεγάλα νέα ηλεκτρικά φορτία τα επόμενα χρόνια.
Η πράσινη μετάβαση δεν γυρίζει πίσω
Το μεγάλο στοίχημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο η προσθήκη περισσότερων πράσινων MW. Όσο μεγαλώνει η παραγωγή από ήλιο και άνεμο, τόσο αυξάνονται οι απαιτήσεις για αποθήκευση, ευέλικτη παραγωγή και αποτελεσματικό energy management. Σε αυτό το σημείο ο επικεφαλής της ΔΕΗΑΝ ήταν κατηγορηματικός από το βήμα του ενεργειακού φόρουμ λέγοντας ότι η πράσινη μετάβαση «δεν γυρίζει πίσω», καθώς αποτελεί βασικό δρόμο για την ενεργειακή αυτονομία μιας Ευρώπης που δεν διαθέτει επάρκεια ορυκτών καυσίμων.
Η μετάβαση, όμως, δεν πρέπει να ταυτίζεται μόνο με περισσότερα φωτοβολταϊκά και αιολικά. Χρειάζεται αποθήκευση, ευέλικτη παραγωγή, ισχυρότερες διασυνδέσεις, τεχνολογία και καλύτερη διαχείριση της ενέργειας.
Οι ΑΠΕ έχουν περάσει σε φάση ωριμότητας και η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον από την εγκατάσταση νέας πράσινης ισχύος στη λειτουργία ολόκληρου του ηλεκτρικού συστήματος. «Δίπλα στο energy transition έρχεται έτσι το energy addition και η ανάγκη να προστεθούν όλες εκείνες οι τεχνολογίες και υποδομές που θα επιτρέψουν στην πράσινη μετάβαση να συνεχίσει με ασφάλεια και ταχύτητα».
