Χιλιάδες επώνυμα ρούχα και αξεσουάρ, που πωλούνται έναντι εκατοντάδων ή ακόμη και χιλιάδων ευρώ, έχουν καταλήξει κατά καιρούς σε βιομηχανικούς καταστροφείς, αντί να διατεθούν στην αγορά σε χαμηλότερες τιμές.
Πρόκειται για μια αμφιλεγόμενη πρακτική της βιομηχανίας πολυτελείας, την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί πλέον να περιορίσει.
Όπως αναφέρει δημοσίευμα του Bloomberg, που αναδημοσιεύουν οι Los Angeles Times, μεγάλοι οίκοι μόδας αποφεύγουν τις εκτεταμένες εκπτώσεις, καθώς θεωρούν ότι μπορούν να πλήξουν την αποκλειστικότητα των προϊόντων τους. Η διατήρηση υψηλών τιμών αποτελεί βασικό στοιχείο της εμπορικής τους στρατηγικής, ακόμη και όταν ορισμένες συλλογές παραμένουν απούλητες.
Η πραγματικότητα της αγοράς, ωστόσο, είναι διαφορετική. Σε διαδικτυακές πλατφόρμες εκπτώσεων εμφανίζονται προϊόντα επώνυμων εταιρειών με μειώσεις που φτάνουν ακόμη και το 60%, αποτυπώνοντας τις δυσκολίες διάθεσης των αποθεμάτων.
Η υπόθεση της Chanel και οι χιλιάδες καταστροφές
Το μέγεθος της πρακτικής αποκαλύφθηκε μέσα από δικαστική υπόθεση στο Χονγκ Κονγκ. Τον Αύγουστο του 2026, τέσσερις πρώην εργαζόμενοι σε αποθήκη της Chanel καταδικάστηκαν για την κλοπή προϊόντων αξίας περίπου 1,12 εκατ. δολαρίων, τα οποία προορίζονταν για καταστροφή.
Σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα, την περίοδο 2016-2017 η εταιρεία κατέστρεφε από 10.000 έως 20.000 προϊόντα κάθε τρεις έως έξι μήνες. Προηγουμένως, επιχειρούσε να τα διαθέσει με εκπτώσεις, ενώ όσα παρέμεναν απούλητα οδηγούνταν στον καταστροφέα.
Η Chanel διευκρίνισε ότι τα στοιχεία αυτά δεν αντανακλούν τις σημερινές πρακτικές της, υποστηρίζοντας ότι πλέον προωθεί την επαναχρησιμοποίηση και την ανακύκλωση.
Η απαγόρευση της ΕΕ και τα «παραθυράκια»
Από τις 19 Ιουλίου 2026, η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγορεύει στις μεγάλες επιχειρήσεις την καταστροφή απούλητων ρούχων, αξεσουάρ ένδυσης και υποδημάτων. Οι εταιρείες καλούνται να προτιμούν τη μεταπώληση, τη δωρεά και την επαναχρησιμοποίηση.
Ωστόσο, προβλέπονται εξαιρέσεις, μεταξύ άλλων για ορισμένα προϊόντα που είναι κατεστραμμένα, μη ασφαλή ή παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Εκτός της συγκεκριμένης απαγόρευσης παραμένουν επίσης κατηγορίες δερμάτινων ειδών, όπως οι τσάντες.
Το περιβαλλοντικό κόστος είναι σημαντικό. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, περίπου το 4% έως 9% των κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων στην Ευρώπη καταστρέφεται πριν χρησιμοποιηθεί, ποσοστό που αντιστοιχεί σε 264.000 έως 594.000 τόνους ετησίως.
Η νέα νομοθεσία προβλέπει επίσης μεγαλύτερη διαφάνεια, με υποχρεωτική δημοσιοποίηση στοιχείων για τα προϊόντα που απορρίπτονται και τους λόγους καταστροφής τους.
Διαβάστε ακόμη:
- Στημένοι αγώνες στο μπάσκετ: Οι καταγγελίες που άνοιξαν τον δρόμο για τις συλλήψεις
- Φέσσας στη Fourlis: Τα μετρητά της ACS στην Trade Estates αντί για δημόσια πρόταση
- Συναγερμός στην ΕΥΠ: 1 εκατ. μετανάστες στο Τομπρούκ και υβριδική απειλή στην Κρήτη
- Πόρισμα για ιατρείο Καρυστιανού: Αντιδεοντολογικός και μη θεραπευτικός ο βιοσυντονισμός
