Η κλιματική κρίση περνά πλέον από τη θεωρία στην εποπτική πράξη για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι ο άμεσος αντίκτυπος στα κεφάλαια από τα νέα κλιματικά stress tests της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA) θα είναι αρχικά περιορισμένος. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι οι τράπεζες με υψηλή έκθεση σε κλάδους και περιοχές που είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στην κλιματική αλλαγή θα βρεθούν στο επίκεντρο των εποπτικών αρχών, καθώς θα αξιολογηθούν πιο αυστηρά η ανθεκτικότητα των χαρτοφυλακίων τους και οι μηχανισμοί διαχείρισης κινδύνου.

Η EBA ξεκίνησε τη διαβούλευση για τα stress tests του 2027, στα οποία θα συμμετάσχουν 63 τράπεζες από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Νορβηγία, εκ των οποίων οι 47 προέρχονται από την Ευρωζώνη. Τα συγκεκριμένα ιδρύματα αντιπροσωπεύουν περίπου το 75% του συνολικού ενεργητικού του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος.

Η νέα άσκηση στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: τη σημαντική μείωση των απαιτήσεων συλλογής δεδομένων, τον περιορισμό των επικαλυπτόμενων υποχρεώσεων αναφοράς και, κυρίως, την πλήρη ενσωμάτωση των κλιματικών κινδύνων στο εποπτικό πλαίσιο.

Τα stress tests θα εξετάζουν τόσο τους κινδύνους μετάβασης προς μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα όσο και τους φυσικούς κινδύνους που προκύπτουν από ακραία καιρικά φαινόμενα. Σύμφωνα με τη Morningstar DBRS, πρόκειται για ένα ακόμη βήμα προς μια πιο ολοκληρωμένη εποπτεία, με τα κλιματικά stress tests να αποκτούν σταδιακά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στον κεφαλαιακό σχεδιασμό, στις εποπτικές αξιολογήσεις και στη συνολική διαχείριση κινδύνων των τραπεζών.

Πλημμύρες σήμερα, καύσωνες αύριο

Οι πλημμύρες παραμένουν ο βασικός φυσικός κίνδυνος που θα εξεταστεί στα stress tests, καθώς από το 1980 έως το 2024 προκάλεσαν το 47% των συνολικών οικονομικών απωλειών που συνδέονται με καιρικά και κλιματικά φαινόμενα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ακολουθούν οι καταιγίδες με ποσοστό 27%, ενώ οι καύσωνες ευθύνονται για σχεδόν το 18% των απωλειών.

Ωστόσο, η προσοχή των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών στρέφεται πλέον ολοένα και περισσότερο στις επιπτώσεις των ακραίων θερμοκρασιών. Η EBA αναπτύσσει νέες μεθοδολογίες για την αποτίμηση του οικονομικού κόστους που προκαλούν οι παρατεταμένοι καύσωνες στις τράπεζες, διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο αξιολόγησης των κλιματικών κινδύνων.

Ο «αόρατος» κίνδυνος της θερμότητας

Σε αντίθεση με τις πλημμύρες ή τις πυρκαγιές, οι καύσωνες δεν προκαλούν πάντα άμεσες ζημιές στις υποδομές ή στα περιουσιακά στοιχεία. Η επίδρασή τους είναι πιο σύνθετη, καθώς επηρεάζουν την παραγωγικότητα της εργασίας, αυξάνουν τη ζήτηση ενέργειας, πιέζουν την αγροτική παραγωγή, περιορίζουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και επιβαρύνουν συνολικά την οικονομική ανάπτυξη.

Η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι αυτού του είδους οι κίνδυνοι είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αποτυπωθούν σε μοντέλα, γεγονός που καθιστά την αξιολόγησή τους πιο απαιτητική για τις εποπτικές αρχές.

Παράλληλα, η EBA σχεδιάζει να παρακολουθεί και κινδύνους που δεν προκαλούν εμφανείς φυσικές ζημιές, αλλά μπορούν να υποβαθμίσουν σταδιακά την οικονομική αξία μιας περιοχής ή ενός ακινήτου. Αρχικό πεδίο εφαρμογής θα αποτελέσει η αγορά κατοικίας, καθώς ένα ακίνητο μπορεί να διατηρείται ανέπαφο, αλλά να χάνει αξία επειδή η περιοχή στην οποία βρίσκεται γίνεται λιγότερο ελκυστική λόγω της αυξανόμενης έκθεσής της σε ακραίες θερμοκρασίες ή άλλες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Διαβάστε ακόμη: