Ισχυρό πλήγμα έχει δεχθεί η ελληνική χρηματιστηριακή αγορά από την έναρξη των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, καθώς η κεφαλαιοποίηση του Χρηματιστηρίου έχει μειωθεί κατά 10,4 δισ. ευρώ, ενώ ο Γενικός Δείκτης καταγράφει απώλειες 6,81% στο ίδιο διάστημα.

Η πτώση αυτή έχει ως αποτέλεσμα ο Γενικός Δείκτης να έχει σχεδόν εξανεμίσει τα κέρδη του 2026, ενώ σημαντική πίεση δέχεται και ο τραπεζικός κλάδος, με τον τραπεζικό δείκτη να υποχωρεί κατά 8,35% από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων εταιρειών μειώθηκε στα 146,722 δισ. ευρώ, από 157,126 δισ. ευρώ πριν από την έναρξη της σύγκρουσης.

Παρά το αρνητικό κλίμα, ορισμένες μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης κατάφεραν να κινηθούν ανοδικά, με την ΕΥΔΑΠ να καταγράφει άνοδο 7,78%, τα ΕΛΠΕ 1,87% και τη Motor Oil 0,05%.

Στον αντίποδα, τις μεγαλύτερες πιέσεις δέχθηκαν οι μετοχές της Aegean Airlines με πτώση 15,60%, της Optima Bank με απώλειες 12,68%, της Viohalco (-12,55%), της Elvalhalcor (-12,47%), της Τιτάν (-11,43%) και της Τράπεζας Πειραιώς (-11,33%).

Σημαντικές απώλειες καταγράφουν επίσης οι τίτλοι του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (-9,62%), της Eurobank (-8,88%), της ΔΕΗ (-8,47%), της Lamda Development (-8,44%), του ΟΠΑΠ (-8,10%), της Alpha Bank (-7,72%), της Σαράντης (-6,15%), της Εθνικής Τράπεζας (-6,06%), της Jumbo (-5,96%), της Τράπεζας Κύπρου (-5,83%), του ΟΤΕ (-4,74%), της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ (-4,43%), της Coca-Cola HBC (-4,40%) και της Metlen (-3,97%).

Μικρότερες απώλειες εμφανίζουν οι μετοχές της Aktor (-0,38%) και του ΟΛΠ (-0,53%).

Καθοριστικός παράγοντας για την πορεία των αγορών παραμένει η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, καθώς από αυτή θα εξαρτηθούν οι επιπτώσεις τόσο στις διεθνείς αγορές όσο και στην οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, κατ’ επέκταση, της Ελλάδας.

Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Moody’s, η σύγκρουση ενδέχεται να διαρκέσει 4 έως 6 εβδομάδες, κάτι που συνεπάγεται ελεγχόμενες επιπτώσεις στην αγορά ενέργειας, στις οικονομίες του Κόλπου και στο διεθνές εμπόριο. Ωστόσο, σε περίπτωση που η κρίση παραταθεί πέραν αυτού του χρονικού διαστήματος, ο οίκος προειδοποιεί για αλυσιδωτές επιπτώσεις και αυξημένους πιστωτικούς κινδύνους.

Οι αναλυτές σημειώνουν ότι ορισμένες εταιρείες εμφανίζουν πιο «αμυντικά» χαρακτηριστικά, όπως οι ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, Jumbo, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Cenergy, ΑΔΜΗΕ και ΕΥΔΑΠ, γεγονός που τις καθιστά πιο ανθεκτικές σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας.

Για τα διυλιστήρια, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για μεικτές επιπτώσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, καθώς τόσο η HelleniQ Energy όσο και η Motor Oil φαίνεται ότι μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους σε εισροές για μερικές εβδομάδες.

Παράλληλα, εταιρείες όπως η ΔΕΗ, η Metlen, αλλά και οι ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Motor Oil και HelleniQ Energy ενδέχεται να ωφεληθούν βραχυπρόθεσμα από ισχυρότερη τιμολόγηση στην ενέργεια.

Αντίθετα, για εταιρείες που συνδέονται άμεσα με τον τουρισμό και τις μεταφορές, όπως η Aegean Airlines και ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, εκτιμάται ότι η κρίση ενδέχεται να περιορίσει την επιβατική κίνηση από και προς τη Μέση Ανατολή, επηρεάζοντας τον όγκο των πτήσεων.

Όσον αφορά τα λιμάνια, η Axia – Alpha Finance εκτιμά ότι ο βραχυπρόθεσμος αντίκτυπος θα είναι περιορισμένος για τον ΟΛΠ και τον ΟΛΘ σε περίπτωση περιορισμένης σύγκρουσης. Ωστόσο, μια πιθανή κλιμάκωση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση και την κερδοφορία στους τερματικούς σταθμούς κρουαζιέρας και επιβατών του ΟΛΠ.

Η Optima Research υπογραμμίζει ότι το βασικό ζητούμενο για την αγορά παραμένει η διάρκεια και η ένταση της κρίσης, καθώς από αυτές θα εξαρτηθεί αν οι επιπτώσεις θα παραμείνουν διαχειρίσιμες ή αν θα μετατραπούν σε ουσιαστικό εμπόδιο για την ανάπτυξη το 2026.

Η Ελλάδα, άλλωστε, παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενεργειακών αγαθών, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε αύξηση στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου επιβαρύνει το εμπορικό ισοζύγιο και περιορίζει την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας. Σύμφωνα με την Optima Research, κάθε αύξηση της τιμής του πετρελαίου κατά 10 δολάρια ανά βαρέλι μειώνει το ελληνικό ΑΕΠ κατά περίπου 0,15%.

Παρά τις βραχυπρόθεσμες αναταράξεις, η Bank of America συνεχίζει να τοποθετεί το Χρηματιστήριο Αθηνών μεταξύ των πιο ελκυστικών αγορών της περιοχής EEMEA (Ανατολική Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική). Όπως σημειώνει, οι ελληνικές μετοχές εξακολουθούν να προσφέρουν ισχυρό συνδυασμό ελκυστικών αποτιμήσεων, υψηλών μερισματικών αποδόσεων και προοπτικών κερδοφορίας.

Ωστόσο, η κλιμάκωση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή δημιουργεί έναν νέο παράγοντα αβεβαιότητας, ο οποίος ενδέχεται να επηρεάσει τη διάθεση για ανάληψη ρίσκου από τους διεθνείς επενδυτές.

Διαβάστε ακόμη: