Η πολυετής δικαστική αντιπαράθεση μεταξύ της BIC Βιολέξ και της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις φορολογικού παρασκηνίου στην ελληνική επιχειρηματική σκηνή. Στο επίκεντρο της διαμάχης βρέθηκε μια διανομή μερισμάτων ύψους σχεδόν 40 εκατομμυρίων ευρώ, δύο ενδοομιλικά δάνεια και μια σειρά από απορριπτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) που έθεσαν οριστικό τέλος στις διεκδικήσεις της εταιρείας.
Η υπόθεση δεν αφορούσε κάποια φορολογική παράβαση, αλλά μια συνειδητή στρατηγική επιλογή της BIC Βιολέξ να αμφισβητήσει τη φορολογική μεταχείριση του κόστους χρηματοδότησης των μερισμάτων της. Η εταιρεία διεκδικούσε την επιστροφή των ποσών που αντιστοιχούσαν στους τόκους των δανείων, υποστηρίζοντας ότι αυτοί έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες.
Το χρονικό της χρηματοδότησης
Όλα ξεκίνησαν τον Ιούνιο του 2015, όταν η BIC Βιολέξ αποφάσισε τη διανομή μερισμάτων συνολικού ύψους 39,6 εκατομμυρίων ευρώ από κέρδη προηγούμενων ετών. Καθώς η εταιρεία δεν διέθετε τα απαραίτητα ταμειακά διαθέσιμα, επέλεξε την οδό του ενδοομιλικού δανεισμού, συνάπτοντας δύο συμβάσεις με εταιρεία του ίδιου ομίλου.
Μια αξιοσημείωτη λεπτομέρεια ήταν ότι τα κεφάλαια καταβλήθηκαν απευθείας στους μετόχους από τη δανείστρια εταιρεία, για λογαριασμό της BIC Βιολέξ. Αν και η πρακτική αυτή είναι νόμιμη, η φορολογική της προέκταση έγινε το αντικείμενο της διαμάχης: μπορούσαν οι τόκοι να θεωρηθούν δαπάνη συνδεόμενη με την επιχειρηματική δραστηριότητα ώστε να μειώσουν τη φορολογητέα ύλη;
Η δικαστική διαδρομή και οι αποφάσεις του ΣτΕ
Η αντιπαράθεση κάλυψε τέσσερις φορολογικές χρήσεις (2015-2018) και οδήγησε σε τέσσερις αποφάσεις του ΣτΕ, οι οποίες ήταν όλες απορριπτικές. Στην πλέον πρόσφατη απόφαση (ΣτΕ 371/2026), το διακύβευμα ήταν τόκοι ύψους 695.000 ευρώ, με την εταιρεία να επιδιώκει τη μείωση του φόρου της κατά περίπου 400.000 ευρώ. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε τελικά έντεκα χρόνια μετά τη σύναψη των αρχικών δανείων.
Τα επιχειρήματα της BIC και η ευρωπαϊκή διάσταση
Η BIC Βιολέξ στήριξε την επιχειρηματολογία της στην οικονομική σκοπιμότητα, υποστηρίζοντας ότι ο δανεισμός ήταν απαραίτητος για να ικανοποιηθούν οι μέτοχοι χωρίς να στερηθεί η εταιρεία κεφάλαια για παραγωγικές επενδύσεις. Επικαλέστηκε επίσης την «αρχή των ίσων αποστάσεων», υποστηρίζοντας ότι οι όροι του δανεισμού ήταν αντίστοιχοι με αυτούς της ελεύθερης αγοράς. Μάλιστα, προσπάθησε να εισάγει και την ευρωπαϊκή διάσταση, επικαλούμενη απόφαση του Δικαστηρίου της ΕΕ, ισχυρισμός όμως που απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμος.
Το σκεπτικό της απόρριψης
Η τελική κρίση του ΣτΕ βασίστηκε σε μια θεμελιώδη διάκριση μεταξύ επιχειρηματικής δραστηριότητας και εταιρικής σχέσης. Το δικαστήριο έκρινε ότι, βάσει του άρθρου 22 του ΚΦΕ, μια δαπάνη εκπίπτει μόνο αν συνδέεται με τη δημιουργία εισοδήματος.
Σύμφωνα με το ΣτΕ, η καταβολή μερισμάτων αποτελεί εκπλήρωση μιας υποχρέωσης προς τους μετόχους και δεν συμβάλλει στην παραγωγική διαδικασία. Κατά συνέπεια, οι τόκοι δανείων που συνάπτονται αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση μερισμάτων δεν μπορούν να θεωρηθούν επιχειρηματικό έξοδο. Το δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι οι ειδικοί κανόνες για τις ενδοομιλικές συναλλαγές δεν παρακάμπτουν τη γενική προϋπόθεση ότι μια δαπάνη πρέπει να εξυπηρετεί τον παραγωγικό σκοπό της επιχείρησης.
Με την απόφαση αυτή, το ΣτΕ επιβεβαίωσε ότι μια εταιρεία έχει το δικαίωμα να δανείζεται για να πληρώσει τους μετόχους της, αλλά δεν μπορεί να μετακυλίει το φορολογικό κόστος αυτής της επιλογής στο κράτος.
Διαβάστε ακόμη:
- Pizza Fan: Το παρασκήνιο της πιθανής μεγάλης εξαγοράς και ποιος είναι ο «μνηστήρας»
- Τσίπρας: Σκληρό ροκ, επιστροφή των παλιών και μάχη για τον έλεγχο της Κεντροαριστεράς
- Οι μπίζνες του Λιόλιου με τους δήμους για την οργάνωση τουρνουά «3×3»
- Η υποκρισία του ΠΑΣΟΚ: Τελικά μιλούν με όλους, αλλά το πρόβλημα ήταν ο …Δούκας
