Ιχθυοτροφεία διαθέτουν και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ αυτών και η Γαλλία, με παραγωγή υψηλής ποιότητας. Παρ’ όλα αυτά, στις ψαραγορές της Κεντρικής Ευρώπης κυριαρχούν εδώ και χρόνια οι τσιπούρες και τα λαβράκια ελληνικής προέλευσης, που έχουν καταφέρει να συνδυάσουν ποιότητα, γεύση και ανταγωνιστική τιμή.

Η σημερινή ισχυρή θέση της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας δεν προέκυψε ξαφνικά. Η οικονομική αξία της αλιείας και των ιχθυοτροφείων είχε αναγνωριστεί από τα πρώτα ακόμη χρόνια του ελληνικού κράτους, όταν η μοναρχία επιχειρούσε να οργανώσει τη διαχείριση των φυσικών πόρων και να δημιουργήσει σταθερά δημόσια έσοδα.

Ήδη από το 1853, επί βασιλείας Όθωνα, εκδόθηκε διάταγμα που προέβλεπε ότι τα ιχθυοτροφεία, τα θυννεία, οι ποταμοί και οι λίμνες όπου αναπτύσσονταν ψάρια θα παραχωρούνταν μέσω δημοπρασίας για μονοετή ή πολυετή εκμετάλλευση.

Η σχετική διατύπωση ήταν χαρακτηριστική της εποχής: «Τα ιχθυοτροφεία, θυννεία, ιχθυοτρόφοι ποταμοί και λίμναι θέλουν διατίθεσθαι επί δημοπρασίας διά μονοετούς ή πολυετούς ενοικιάσεως».

Η απόφαση δείχνει ότι, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, το ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε την αλιεία όχι μόνο ως μέσο διατροφής, αλλά και ως οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα.

Η πρώτη μάχη με την υπεραλίευση

Έναν αιώνα αργότερα, το πρόβλημα δεν ήταν πλέον η οργάνωση της εκμετάλλευσης, αλλά η προστασία των αποθεμάτων.

Το 1954 το κράτος αναγνώριζε ήδη ότι η ανεξέλεγκτη αλιεία απειλούσε τον γόνο και, κατ’ επέκταση, τη βιωσιμότητα των ελληνικών θαλασσών.

Με νέο διάταγμα απαγορεύθηκε η αλιεία και η πώληση ψαριών με μήκος μικρότερο των οκτώ εκατοστών. Η μέτρηση γινόταν από το άκρο του ρύγχους έως τη νοητή γραμμή που ένωνε τα δύο άκρα του πτερυγίου της ουράς.

Η λεπτομερής αυτή περιγραφή δείχνει ότι η προστασία των μικρών ψαριών είχε αρχίσει να αντιμετωπίζεται ως σοβαρό ζήτημα διαχείρισης των θαλάσσιων πόρων.

Η λογική ήταν απλή: εάν ο γόνος αφαιρούνταν πριν προλάβει να αναπαραχθεί, η αλιευτική παραγωγή θα μειωνόταν διαρκώς, πλήττοντας τόσο τους καταναλωτές όσο και τους ίδιους τους ψαράδες.

Οι περιορισμοί στα γρι-γρι

Τα προβλήματα, ωστόσο, δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μόνο με ένα κατώτατο επιτρεπόμενο μέγεθος.

Το 1963 εκδόθηκε νέο διάταγμα που έβαζε περιορισμούς στη χρήση των γρι-γρι σε αβαθή νερά. Η συγκεκριμένη μέθοδος επιτρεπόταν μόνο όταν στόχος ήταν κοπάδια μεταναστευτικών ψαριών, όπως η παλαμίδα, το τουνάκι, οι κολιοί και η φρίσσα.

Αντίθετα, απαγορευόταν όταν αλιεύονταν ενδημικά είδη, όπως τα λιθρίνια, τα μπαρμπούνια, οι τσιπούρες και οι μαρίδες.

Το κράτος επιχειρούσε έτσι να διαχωρίσει την αλιεία μεγάλων μετακινούμενων κοπαδιών από την καταστροφική εκμετάλλευση των τοπικών πληθυσμών, οι οποίοι ήταν περισσότερο ευάλωτοι.

Η παρέμβαση αυτή μαρτυρεί ότι ήδη από τη δεκαετία του 1960 είχε αρχίσει να διαμορφώνεται μια πιο σύνθετη αντίληψη για την προστασία των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

Μέχρι και τα μάτια των διχτυών

Το 1966 η κρατική ρύθμιση έγινε ακόμη πιο λεπτομερής και έφτασε μέχρι τις ακριβείς διαστάσεις των ματιών των διχτυών.

Για τις μηχανότρατες προβλεπόταν ότι τα δίχτυα έπρεπε να έχουν συγκεκριμένο ελάχιστο άνοιγμα, διαφορετικό ανάλογα με το σημείο του εργαλείου. Στον σάκο, το λεγόμενο «πετσάλι», τα μάτια έπρεπε να είναι τουλάχιστον 18 χιλιοστά, στις «γούλες» 25 χιλιοστά και στις «πάντες» 50 χιλιοστά.

Η μέτρηση γινόταν μάλιστα με το δίχτυ βρεγμένο και από κόμβο σε κόμβο.

Ο σκοπός ήταν και πάλι η προστασία του γόνου. Όσο μικρότερα ήταν τα ανοίγματα των διχτυών τόσο περισσότερα νεαρά ψάρια παγιδεύονταν, χωρίς να έχουν προλάβει να αναπαραχθούν.

Η ακρίβεια της ρύθμισης δείχνει ότι η Πολιτεία είχε πλέον κατανοήσει πως η βιωσιμότητα της αλιείας εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον εξοπλισμό που χρησιμοποιούσαν τα αλιευτικά σκάφη.

Τα θαλασσινά έπρεπε να πωλούνται ζωντανά

Η νομοθετική μέριμνα δεν περιοριζόταν στην αλιεία, αλλά επεκτεινόταν και στη δημόσια υγεία.

Ήδη από το 1938 υπήρχαν αυστηροί κανόνες για την πώληση βρώσιμων μαλακίων. Κυδώνια, στρείδια, μύδια, πεταλίδες και κοχλίες επιτρεπόταν να προσφέρονται στους καταναλωτές μόνο ζωντανά.

Όσα είχαν πεθάνει, παρουσίαζαν ασυνήθιστη οσμή ή θεωρούνταν κάκοσμα έπρεπε να κατάσχονται και να καταστρέφονται.

Η πρόβλεψη αυτή ήταν ιδιαίτερα σημαντική σε μια εποχή χωρίς σύγχρονες ψυκτικές αλυσίδες και εξελιγμένα συστήματα υγειονομικού ελέγχου. Η αλλοίωση των θαλασσινών μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές δηλητηριάσεις, γι’ αυτό και η νομοθεσία ήταν απολύτως κατηγορηματική.

Η Πολιτεία επιχειρούσε να προστατεύσει τον καταναλωτή από προϊόντα που, λόγω της μεγάλης απόστασης από τον τόπο αλίευσης έως την αγορά, μπορούσαν εύκολα να καταστούν επικίνδυνα.

Νόμος ακόμη και για το πανέρι του πλανόδιου ψαρά

Στην παλιά Αθήνα οι πλανόδιοι ψαράδες κυκλοφορούσαν στις γειτονιές με πανέρια, πουλώντας την πραμάτεια τους απευθείας στις νοικοκυρές.

Ακόμη και αυτή η εικόνα της καθημερινής ζωής είχε υπαχθεί σε αυστηρούς κανόνες.

Το 1959 προβλέφθηκε ότι τα πανέρια ή άλλα παρόμοια σκεύη έπρεπε να είναι επενδεδυμένα με αδιάβροχο ύφασμα. Τα ψάρια έπρεπε να συντηρούνται με τριμμένο πάγο και να καλύπτονται με κατάλληλο χονδρό ύφασμα.

Η νομοθεσία ρύθμιζε έτσι όχι μόνο την παραγωγή και την αλιεία, αλλά ολόκληρη τη διαδρομή του ψαριού έως τον τελικό καταναλωτή.

Από τα ιχθυοτροφεία του Όθωνα μέχρι τα δίχτυα των μηχανότρατων και τα πανέρια των πλανόδιων πωλητών, η ιστορία της ελληνικής αλιείας είναι ταυτόχρονα και ιστορία συνεχών προσπαθειών ρύθμισης, προστασίας και εκσυγχρονισμού.

Σήμερα, η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια αποτελεί έναν από τους πλέον εξωστρεφείς κλάδους της οικονομίας και τροφοδοτεί μεγάλες αγορές της Ευρώπης. Πίσω, όμως, από τις σύγχρονες μονάδες παραγωγής και τις εξαγωγές κρύβεται μια διαδρομή σχεδόν δύο αιώνων, κατά την οποία το κράτος επιχείρησε να προστατεύσει τα ψάρια, τους ψαράδες και, τελικά, το πιάτο του καταναλωτή.

Διαβάστε ακόμη: