Σε κομβικό σημείο οι ελληνοτουρκικές σχέσεις με τη συνάντηση Ερντογάν – Μητσοτάκη στην Άγκυρα και τη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας των δύο χωρών.
Στα μεν λεγόμενα θέματα χαμηλής πολιτικής, υπήρξε σχετική πρόοδος και με τις νέες διμερής συμφωνίες που υπογράφηκαν, ωστόσο οι ήπιες, διπλωματικές και προσεκτικές εκφράσεις των κ.κ Ερντογάν και Μητσοτάκη δεν «σκέπασαν» την μεγάλη απόσταση σε κρίσιμα ζητήματα που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο χώρες. Ο Τούρκος Πρόεδρος μάλιστα, άνοιξε όλη την σκληρή αναθεωρητική ατζέντα των μονομερών διεκδικήσεων της Άγκυρας, με προσεκτικό τρόπο.
Παράλληλα φαίνεται ότι στο παρασκήνιο κινούνται διεργασίες για ενδεχόμενο συνεκμετάλλευσης ενεργειακών πόρων (πρωτίστως υδρογονανθράκων) σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο και με την Τουρκία τις ίδιες ώρες να επιχειρεί να επιβάλλει ένα ιδιότυπο καθεστώς συγκυριαρχίας, ιδιαίτερα σε θαλάσσιες περιοχές ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού μέσω των navtex που προσφάτως εξέδωσε.
Ο κ. Ερντογάν έθεσε επί τάπητος τα καυτά και ακανθώδη θέματα που αφορούν στο καθεστώς του Αιγαίου, στην Ανατολική Μεσόγειο και την Θράκη με την μειονότητα, την οποία για μία ακόμα φορά αποκάλεσε «τουρκική» κατά παράβαση των προβλέψεων της Συνθήκης της Λωζάνης. Πήγε όμως ακόμα πιο μακριά, στις κοινές δηλώσεις του με τον Έλληνα Πρωθυπουργό, θέτοντας ανοικτά τα περιβόητα «αλληλένδετα προβλήματα» στο Αιγαίο.
Πρακτικά εμμέσως πλην σαφώς άνοιξε ζητήματα που αφορούν στο δικαίωμα της Ελλάδας για επέκταση των χωρικών της υδάτων έως και 12 ν.μ., την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών, τις γκρίζες ζώνες, το εύρος του ελληνικού εναέριου χώρου κ.α.
Από την πλευρά του ο κ. Μητσοτάκης επέμεινε πως υπάρχει μία και μόνο διαφορά μεταξύ των δύο χωρών, αυτή της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, σημειώνοντας πως «γνωρίζουμε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες», επισημαίνοντας ωστόσο με έμφαση πως η διαφορά για οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου.
Αντέκρουσε επικαλούμενος την Συνθήκη της Λωζάνης τους ισχυρισμούς του κ. Ερντογάν περί «τουρκικής» μειονότητας στη Θράκη, λέγοντας πως υπάρχει μόνο θρησκευτική – μουσουλμανική μειονότητα που διέπεται από ισονομία και ισοπολιτεία. Επίσης ο Πρωθυπουργός έθεσε εμμέσως πλην σαφώς την άρση του casus belli.

Η συνεκμετάλλευση
Όμως φαίνεται πως πίσω από τις λέξεις, τις διατυπώσεις και το παρασκήνιο, υπάρχουν σημαντικά θέματα που δρομολογούνται μέσω και αυτής της συνάντησης Ερντογάν – Μητσοτάκη.
Πρωτίστως ανοίγει θέμα συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο με αιχμή την ενέργεια και τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Ο κ. Μητσοτάκης απέφυγε να θέσει το μείζον θέμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, την οποία η Τουρκία έχει μπλοκάρει με το σταμάτημα των ερευνών για την πόντιση καλωδίου από το καλοκαίρι του 2024 όταν τουρκικά πολεμικά πλοία απείλησαν με χρήση βίας ανοικτά της Κάσου το Ιταλικό ερευνητικό που είχε ναυλώσει η ελληνική πλευρά.
Έκτοτε η Τουρκία απαιτεί να ζητηθεί η άδειά της από την Ελλάδα (για περιοχές μάλιστα ελληνικής δικαιοδοσίας) για να συνεχιστούν οι έρευνες και η πόντιση του καλωδίου. Όμως και με τις πρόσφατες navtex που διχοτομούν το Αιγαίο, οι Τούρκοι απειλούν με χρήση βίας οποιαδήποτε κίνηση της Ελλάδας (εντός θαλασσίων ζωνών της αρμοδιότητάς της) αν δεν υπάρχει άδεια και έγκριση της Άγκυρας.
Ουσιαστικά ο κ. Μητσοτάκης μη βγάζοντας τσιμουδιά γι’ αυτό το μείζον θέμα αφήνει ανοιχτό πλην της συνεκμετάλλευσης και το θέμα συγκυριαρχίας με την Τουρκία σε ευρύτατες θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο που όχι μόνο είναι ελληνικής αρμοδιότητας αλλά και άσκησης κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Το πρόβλημα είναι μεγάλο πλέον.
Όσο δε για την συνεκμετάλλευση ενεργειακών πόρων και δη υδρογονανθράκων στο Αιγαίο, ο δρόμος άνοιξε και μάλιστα διάπλατα, καθώς στην περίφημη κοινή δήλωση Ελλάδας – Τουρκίας που εξεδώθει μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης Ερντογάν – Μητσοτάκη, αλλά και την ολοκλήρωση της συνεδρίασης του Ανωτάτου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας, μεταξύ άλλων τονίζεται: «Αμφότερες οι χώρες εξέφρασαν την αποφασιστικότητά τους να αξιολογήσουν τις υφιστάμενες δυνατότητες συνεργασίας στον τομέα της ενέργειας -ιδίως στη διασύνδεση ηλεκτρικής ενέργειας και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας- με στόχο την ενίσχυση της περιφερειακής σταθερότητας».
Η συνάντηση Ερντογάν – Μητσοτάκη διήρκεσε πάνω από μιάμιση ώρα και, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, υπήρξε ειλικρινής συζήτηση και τέθηκαν όλα τα ζητήματα που έχουν προκαλέσει διαφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι δύο ηγέτες προχώρησαν σε επισκόπηση των διμερών σχέσεων και συμφώνησαν ότι η διατήρηση των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας και η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις είναι προς όφελος των δύο χωρών και της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα, συζητήθηκαν ακόμη διεθνή και περιφερειακά ζητήματα, με έμφαση στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή.

Το Αιγαίο
Ο κ. Ερντογάν στη διάρκεια των κοινών δηλώσεων επεσήμανε πως «οι συμφωνίες και τα μνημόνια που υπογράφει η Τουρκία με την Ελλάδα παρέχουν καλύτερο κοινό έδαφος για την ενίσχυση των αμοιβαίων επαφών». Ο κ. Ερντογάν καλωσόρισε για δεύτερη φορά στην Άγκυρα, όπως είπε, τον πρωθυπουργό και την ελληνική αντιπροσωπεία και ανέφερε ότι μετά τη συνάντησή τους στα τέλη του 2023 στην Αθήνα, αποφασίσανε ότι συμφωνούν αμφότεροι να συνεχίσουνε το διάλογο για την ενίσχυση των αμοιβαίων επαφών.
Πρόσθεσε ότι «θα συνεχίσουμε να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια για να ανέλθει το αμοιβαίο εμπόριο», και τόνισε ότι με τον Έλληνα πρωθυπουργό συζήτησαν για άλλη μια φορά «με σαφήνεια και ειλικρίνεια τις θέσεις μας σχετικά με το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο».
Όπως είπε ο κ. Ερντογάν: «Εμείς από το παρελθόν μέχρι τώρα υποστηρίζουμε το εξής: παρόλο που τα υφιστάμενα ζητήματα είναι ακανθώδη, δεν είναι άλυτα στη βάση του διεθνούς δικαίου αρκεί να υπάρχει καλή θέληση, εποικοδομητικός διάλογος και βούληση για λύση». Σημείωσε ότι «με ικανοποίηση διαπίστωσα ότι συμφωνούμε με τον πολύτιμο μου φίλο Κυριάκο σε αυτό το θέμα. Όπως και σε όλους τους υπόλοιπους τομείς των σχέσεών μας, πιστεύουμε ότι από το 2023 και μετά θα σημειωθεί πρόοδος και στην επίλυση των αλληλένδετων προβλημάτων στο Αιγαίο».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης
Ο Έλληνας Πρωθυπουργός μεταξύ άλλων επεσήμανε πως «… η παρουσία μας εδώ, στην Άγκυρα, στην 6η Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδος – Τουρκίας, σηματοδοτεί, νομίζω, την ίδια τη σημασία του γεγονότος. Επιβεβαιώνοντας, πριν απ’ όλα, όπως είπατε, την αξία που έχουν ο διάλογος αλλά και οι σχέσεις καλής γειτονίας, ιδίως σε ένα ρευστό και συνεχώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Με τον Πρόεδρο Ερντογάν, είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε έναν αναλυτικό, συνολικό απολογισμό των διμερών μας σχέσεων τα τελευταία δύο και κάτι χρόνια, καθώς το 2023 κάναμε μια στρατηγική επιλογή να εντάξουμε τις επαφές μας σε μια δομημένη προσέγγιση τριών πυλώνων: τον πολιτικό διάλογο, τη θετική ατζέντα, η οποία αποτυπώθηκε και στις σημερινές μας συνομιλίες, και τα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης».
Επεσήμανε πως «…μέσα από αυτήν τη διαδικασία, πράγματι αποκαταστήσαμε ένα σαφές πλέγμα συναντήσεων και ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας προς όφελος των δύο λαών. Ενώ με μέριμνα του υπουργείου Εξωτερικών, καθιερώσαμε ένα νέο υπόδειγμα άμεσης συνεργασίας με στόχο μια αμοιβαία επωφελή, αλλά πρωτίστως μια λειτουργική σχέση. Ως γειτονικές χώρες, άλλωστε, κ. Πρόεδρε, Ελλάδα και Τουρκία, Τουρκία και Ελλάδα, καλούμαστε να διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας με ψυχραιμία και με υπευθυνότητα. Μιλώντας με ειλικρίνεια και έχοντας πάντα σταθερή αναφορά το διεθνές δίκαιο».
Ο κ. Μητσοτάκης επεσήμανε με έμφαση ότι «ακόμα και όταν διαφωνούμε, είναι σημαντικό να μην οδηγούμαστε σε κρίσεις και σε εντάσεις. Και θέλω να επαναλάβω ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα δυτική, είμαστε πάντα προσανατολισμένοι στο διάλογο, ο οποίος θα πρέπει να διεξάγεται με καλή πίστη και αμοιβαίο σεβασμό».
Στη συνέχεια, αναφερόμενος στη συνεργασία Ελλάδας – Τουρκίας, ο κ. Μητσοτάκης ανέφερε: «Και είναι αλήθεια ότι η προσπάθεια αυτή έχει ήδη αποδώσει, αποτρέποντας εντάσεις που στο παρελθόν δοκίμασαν τις σχέσεις μας. Πριν από λίγες εβδομάδες, μάλιστα, πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα νέος γύρος του πολιτικού διαλόγου και θετικής ατζέντας με εξαιρετικά ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Παράλληλα, οριστικοποιήθηκαν και οι ετήσιες δράσεις στο πλαίσιο των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης, ενώ σήμερα, παρουσία πολλών υπουργών μας, συμφωνήσαμε σε μια σειρά από νέες κοινές πρωτοβουλίες που διευρύνουν το πεδίο της διμερούς συνεργασίας.
Είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη η συνεργασία μας σχετικά με το πρόγραμμα προσωρινής έκδοσης θεωρήσεων βραχείας διαμονής για Τούρκους επισκέπτες και τις οικογένειές τους σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Και μόλις τον τελευταίο χρόνο, εκατοντάδες χιλιάδες φίλοι Τούρκοι ταξίδευσαν στα ελληνικά νησιά και έτσι φέρνουμε και τους λαούς μας πιο κοντά. Συμφωνήσαμε, μάλιστα, η Ελλάδα να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την ανανέωση του προγράμματος».

Το Casus belli
Σε ό,τι αφορά στα δύσκολα θέματα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ο πρωθυπουργός ανέφερε επιπλέον: «Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες, με την ελληνική θέση να παραμένει σταθερή ότι η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο να αποτελεί τη μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το διεθνές δίκαιο και ειδικότερα το δίκαιο της θάλασσας. Και εύχομαι ειλικρινά, κύριε Πρόεδρε, και να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση».
Ακόμα είπε πως «και γι’ αυτό και πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ότι το ίδιο πνεύμα, με τη θετική εμπειρία η οποία έχει μεσολαβήσει, ότι είναι καιρός πια να έρθει κάθε απειλή, τυπική και ουσιαστική, στις μεταξύ μας σχέσεις. Αν όχι τώρα, πότε;».
Για το Κυπριακό, είπε: «Με τον Πρόεδρο συζητήσαμε επίσης και τις εξελίξεις στο Κυπριακό, όπου η ελληνική θέση παραμένει σαφής. Οι πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας, ώστε να επανεκκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος από εκεί που διεκόπη το 2017, σε μια διαδικασία η οποία βεβαίως πρέπει να κινείται πάντα στο πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας. Και το ίδιο καθαρή είναι και η οπτική μας για τις μειονότητες στα δύο κράτη».
Η μειονότητα
Αναφερόμενος στην μειονότητα στη Θράκη, είπε: «Ξέρετε καλά, κύριε Πρόεδρε, το έχουμε συζητήσει πολλές φορές, ότι το καθεστώς τους προσδιορίζεται με απόλυτη σαφήνεια από τη συνθήκη της Λωζάνης, η οποία προβλέπει ρητά ότι η μειονότητα στη Θράκη είναι θρησκευτική, αποκλείοντας κάθε άλλη παρερμηνεία. Αλλά θα ξαναπώ αυτό το οποίο είχα πει πριν από δύο χρόνια.
Έλληνες μουσουλμάνοι της Θράκης ζουν αρμονικά με χριστιανούς συμπολίτες μας, βάσει των αρχών της ισονομίας και της ισοπολιτείας.
Ενώ παράλληλα και στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη, πρωτίστως, η ελληνική μειονότητα, παρά δυστυχώς τη μεγάλη της συρρίκνωση, εξακολουθεί να εμπλουτίζει την κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Τουρκίας. Ας εργαστούμε λοιπόν για το πώς αυτές οι δύο μειονότητες μπορούν πράγματι να γίνουν γέφυρες φιλίας και αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των λαών μας».
Διαβάστε ακόμη:
- Τι προβλέπουν τα επιχειρησιακά πλάνα των τραπεζων για την προσεχή τριετία
- Γεύσεις διπλωματίας: Τι έφαγαν Μητσοτάκης και Ερντογάν στην Άγκυρα
- Ψηφιακό πελατολόγιο: Τι αλλάζει σε γάμους, βαφτίσεις και δεξιώσεις
- Freewrite Traveler: Το gadget που σε αποσυνδέει από το internet και σε βοηθά να γράφεις χωρίς περισπασμούς