Ενιαίο μήνυμα υπέρ της αύξησης των αμυντικών δαπανών και της αναβάθμισης του ρόλου του ΝΑΤΟ εξέπεμψαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες από τη φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου. Ωστόσο, πίσω από την κοινή ρητορική περί ενίσχυσης της διατλαντικής συμμαχίας, διακρίνεται καθαρά μια βαθύτερη μετατόπιση: η επιτάχυνση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και η σταδιακή μείωση της εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το «πόσα» θα δαπανήσει η Ευρώπη, αλλά και το «πώς» και «από ποιον» θα εξαρτάται στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Το μήνυμα των Ευρωπαίων: Περισσότερη ισχύς, λιγότερη εξάρτηση

Καθ’ όλη τη διάρκεια της Διάσκεψης, οι ηγέτες των κρατών-μελών υπογράμμισαν ότι η Ευρώπη οφείλει να ενισχύσει τους δικούς της κρίσιμους τομείς – άμυνα, τεχνολογία, διάστημα – ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτάρκεια.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επεσήμανε τη σημασία του ΝΑΤΟ ως πλαισίου συλλογικής ασφάλειας, τονίζοντας πως η συμμετοχή στη Συμμαχία αποτελεί πλεονέκτημα τόσο για την Ευρώπη όσο και για τις ΗΠΑ. «Ας αποκαταστήσουμε και αναβιώσουμε τη διατλαντική εμπιστοσύνη μαζί», σημείωσε, επιχειρώντας να κρατήσει ισορροπία ανάμεσα στην ενίσχυση της Ευρώπης και στη διατήρηση της συμμαχικής συνοχής.

Από την άλλη πλευρά, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ήταν πιο αιχμηρός. Έθεσε ξεκάθαρα την ανάγκη επιτάχυνσης της στρατηγικής αυτονομίας, υπογραμμίζοντας ότι «όλα όσα αφορούν τους Ευρωπαίους πρέπει να αποφασίζονται από τους Ευρωπαίους». Με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη μόνιμη γειτονία με τη Ρωσία, ο Μακρόν μίλησε για συνολική ευρωπαϊκή ισχύ – όχι εθνική, αλλά συλλογική.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην απεξάρτηση από κρίσιμους τομείς, από την αμυντική βιομηχανία έως τις τεχνολογίες αιχμής, ενώ αναφέρθηκε και στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία όπως το SAFE, σημειώνοντας ότι η αγορά δείχνει διατεθειμένη να στηρίξει την ευρωπαϊκή προσπάθεια.

Η αμερικανική ικανοποίηση – και οι υπόγειες διαφορές

Από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, οι αντιδράσεις ήταν θετικές. Ο Υφυπουργός Άμυνας Έλμπριντζ Κόλμπι μίλησε για «ιστορική και τεράστια στροφή» της Γερμανίας στις αμυντικές δαπάνες, αναγνωρίζοντας ότι η πίεση των τελευταίων ετών αποδίδει καρπούς.

Η Ουάσιγκτον, άλλωστε, έχει ήδη μετατοπίσει το στρατηγικό της βάρος προς την περιοχή Ασίας–Ειρηνικού, γεγονός που καθιστά επιθυμητή μια πιο αυτόνομη ευρωπαϊκή συμβολή στην ασφάλεια της ηπείρου.

Ωστόσο, δεν λείπουν οι αποχρώσεις. Ενώ η αύξηση των δαπανών ικανοποιεί την αμερικανική πλευρά, η ρητορική περί «απεξάρτησης» και «ευρωπαϊκής υπερηφάνειας» δημιουργεί έναν νέο τόνο στη διατλαντική σχέση. Η αναφορά ότι η αμερικανική στήριξη προς την Ουκρανία έχει περιοριστεί σημαντικά υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ υποδηλώνει πως η Ευρώπη αντιλαμβάνεται πλέον την ανάγκη να μπορεί να κινηθεί και αυτόνομα, εφόσον απαιτηθεί.

Ο πρωθυπουργός της Σουηδίας Ούλφ Κρίστερσον προσπάθησε να διατηρήσει τον ισορροπημένο τόνο, τονίζοντας ότι η διατλαντική σχέση παραμένει αμοιβαία επωφελής και στρατηγικά αναντικατάστατη.

Νέα φάση για το ΝΑΤΟ και την Ευρώπη

Το συμπέρασμα από το Μόναχο δεν είναι ρήξη. Είναι όμως σαφώς μετάβαση.

Η Ευρώπη φαίνεται να αποδέχεται ότι πρέπει να επωμιστεί μεγαλύτερο βάρος στην ίδια της την άμυνα, όχι μόνο για να ικανοποιήσει αμερικανικές απαιτήσεις, αλλά κυρίως για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση σε έναν κόσμο πολυπολικό και ασταθή.

Το νέο «μοντέλο» που διαμορφώνεται – με πυρήνα τη Γερμανία και τη Γαλλία – συνδυάζει:

  • Αυξημένους αμυντικούς προϋπολογισμούς
  • Ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας
  • Στρατηγική αυτονομία σε τεχνολογία και κρίσιμες υποδομές
  • Διατήρηση του ΝΑΤΟ ως βασικού πλαισίου ασφάλειας

Η πρόκληση, ωστόσο, παραμένει λεπτή: πώς η Ευρώπη θα ενισχύσει την αυτονομία της χωρίς να διαταράξει την ισορροπία της Συμμαχίας.

Η Διάσκεψη του Μονάχου κατέδειξε ότι η ήπειρος μπαίνει σε μια περίοδο ωρίμανσης γεωπολιτικής ισχύος. Η αμερικανική πίεση μπορεί να υπήρξε καταλύτης, αλλά το αποτέλεσμα που διαμορφώνεται ίσως υπερβαίνει τις αρχικές της επιδιώξεις: μια Ευρώπη πιο ισχυρή, πιο αυτάρκης – και λιγότερο δεδομένη.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Ευρώπη θα αυξήσει τις δαπάνες της. Το ερώτημα είναι πόσο μακριά θα φτάσει στην αναζήτηση της δικής της στρατηγικής ταυτότητας.

Διαβάστε ακόμη: