Τις ανάγκες σχεδόν δύο δισεκατομμυρίων ανθρώπων καλύπτει το οροπέδιο του Θιβέτ που τροφοδοτεί με νερό μερικούς από τους σημαντικότερους ποταμούς της ηπείρου και για αυτό είναι συχνά αποκαλούμενο “υδάτινος πύργος της Ασίας”.
Την ίδια στιγμή, αποκτά και τον τίτλο του «ενεργειακού πύργου της Ασίας», καθώς η Κίνα επενδύει μαζικά στην υδροηλεκτρική εκμετάλλευση της περιοχής, προσπαθώντας να μειώσει την εξάρτησή της από ορυκτά καύσιμα και να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ενεργειακή ζήτηση.
Στο επίκεντρο της στρατηγικής βρίσκεται το τεράστιο έργο Motuo (ή Medog) στον ποταμό Γιαρλούνγκ Τσανγκπό – γνωστό ως Βραχμαπούτρα στην Ινδία και το Μπανγκλαντές. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 2025 και το κόστος εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 160 δισ. δολάρια, ενώ, όταν ολοκληρωθεί, το φράγμα αναμένεται να υπερβεί σε παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας ακόμη και το Φράγμα των Τριών Φαραγγιών.
Το έργο εκμεταλλεύεται τη μοναδική γεωμορφολογία της περιοχής: τμήματα της ροής του ποταμού θα εκτρέπονται μέσω σηράγγων μέσα από ορεινούς όγκους των Ιμαλαΐων, επιτρέποντας στο νερό να κατεβαίνει από μεγάλα υψόμετρα και να παράγει τεράστιες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, η σεισμογενής φύση της περιοχής αυξάνει τους κινδύνους από σεισμούς και κατολισθήσεις, ενώ η κλιματική αλλαγή επιταχύνει το λιώσιμο των παγετώνων, προσθέτοντας αβεβαιότητα για τη βιωσιμότητα του έργου.
Οι επιπτώσεις στον Βραχμαπούτρα και τους πληθυσμούς κατά μήκος του ποταμού είναι επίσης σημαντικές. Η τροποποίηση της φυσικής ροής μπορεί να επηρεάσει άρδευση, αγροτική παραγωγή και υδροδότηση εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ινδία και το Μπανγκλαντές. Ιδιαίτερο ζήτημα αποτελούν τα φερτά υλικά του ποταμού, που εμπλουτίζουν το έδαφος και διατηρούν το δέλτα Γάγγη–Βραχμαπούτρα, μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες και ευάλωτες περιοχές στον κόσμο απέναντι στην άνοδο της στάθμης της θάλασσας. Οι οργανώσεις που παρακολουθούν το Θιβέτ προειδοποιούν επίσης για πιθανές μετακινήσεις πληθυσμών και απώλεια πολιτιστικών και θρησκευτικών χώρων.
Το Πεκίνο προβάλλει το φράγμα ως στρατηγικό εργαλείο για μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας και μείωση των εκπομπών άνθρακα, ενώ ειδικοί αναγνωρίζουν τη σημαντική συμβολή του στους κλιματικούς στόχους της Κίνας. Παράλληλα, επισημαίνουν ότι οι μεγάλες υδροηλεκτρικές εγκαταστάσεις έχουν περιβαλλοντικό κόστος. Η έλλειψη διαφάνειας γύρω από το έργο προκαλεί γεωπολιτικές ανησυχίες, με την Ινδία να εκφράζει φόβους για τον έλεγχο που αποκτά η Κίνα στον ποταμό.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο στην ενεργειακή επιτυχία του έργου, αλλά και την ικανότητα των γειτονικών χωρών να συνεργαστούν για τη διαχείριση ενός κοινού φυσικού πόρου, που καθίσταται όλο και πιο πολύτιμος.