Η κρίση στη Μέση Ανατολή εξελίσσεται με τρόπο που προκαλεί αυξανόμενη αβεβαιότητα σε κυβερνήσεις, αγορές και πολίτες σε όλο τον κόσμο, καθώς η πορεία της σύγκρουσης φαίνεται να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις αποφάσεις απρόβλεπτων ηγετών, όπως Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο νέος, άπειρος ακόμη ανώτατος ηγέτης της Ισλαμικής Δημοκρατίας, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ.

Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, η στρατιωτική επιχείρηση που βρίσκεται σε εξέλιξη εκτιμάται ότι θα χρειαστεί αρκετές εβδομάδες για να ολοκληρωθεί, καθώς στόχος της είναι να περιοριστεί σημαντικά η δυνατότητα του Ιράν να χρησιμοποιεί τη στρατιωτική του ισχύ πέρα από τα σύνορά του, μέσω πληγμάτων σε πυραυλικά συστήματα, εγκαταστάσεις παραγωγής drones, ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις, δομές διοίκησης και ό,τι απομένει από το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Την ίδια στιγμή, η οικονομική διάσταση της κρίσης παραμένει κρίσιμη, καθώς η ένταση στην περιοχή του Περσικού Κόλπου και των στενών του Ορμούζ συνεχίζει να επηρεάζει τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και να δημιουργεί αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, με την Τεχεράνη να επιχειρεί να αυξήσει το οικονομικό κόστος της σύγκρουσης με στόχο να πιέσει την Ουάσιγκτον για ταχύτερο τερματισμό των επιχειρήσεων.

Σε αυτό το περιβάλλον, η εξέλιξη της κρίσης μπορεί να κινηθεί σε τρία βασικά σενάρια, τα οποία εξαρτώνται τόσο από την πορεία των στρατιωτικών επιχειρήσεων όσο και από τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην περιοχή.

Δείτε παρακάτω ποια είναι αυτά τα σενάρια, σύμφωνα με τον Μπρετ ΜακΓκερκ, αναλυτή διεθνών υποθέσεων του CNN, ο οποίος έχει υπηρετήσει σε ανώτερες θέσεις εθνικής ασφάλειας στις κυβερνήσεις των προέδρων Τζορτζ Ου. Μπους, Μπαράκ Ομπάμα, Ντόναλντ Τραμπ και Τζο Μπάιντεν.

1. Βασικό σενάριο (Πιθανότητα 60%): «Περιορισμένο Ιράν», στα πρότυπα του Ιράκ τη δεκαετία του 1990

Στο βασικό σενάριο, το οποίο ο αναλυτής του CNN θεωρεί ως το πιθανότερο με πιθανότητα περίπου 60%, ο Ντόναλντ Τραμπ δίνει στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις τον χρόνο που θεωρείται απαραίτητος ώστε να ολοκληρώσουν τον στρατιωτικό στόχο που έχει τεθεί. Σε μια τέτοια εξέλιξη, οι ΗΠΑ μαζί με τους συμμάχους και τους εταίρους τους θα μπορούσαν παράλληλα να περιορίσουν τις οικονομικές αναταράξεις που προκαλεί η σύγκρουση, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος θα παρέμενε προσηλωμένος στην αποστολή που έχει διατάξει.

Το σενάριο αυτό προβλέπει ότι μέχρι το τέλος του μήνα η στρατιωτική ισχύς του Ιράν στο εξωτερικό και η αμυντική του βιομηχανία θα έχουν υποστεί σημαντικό πλήγμα, χωρίς όμως να έχουν καταρρεύσει οι πολιτικές δομές του καθεστώτος στην Τεχεράνη. Η στρατιωτική εκστρατεία υψηλής έντασης θα τερματιζόταν μετά την επίτευξη του καθορισμένου στόχου της, χωρίς όμως να υπήρχε υπόσχεση ή σχέδιο για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν.

Στη συνέχεια, οι αμερικανικές και διεθνείς κυρώσεις κατά της Τεχεράνης θα παρέμεναν σε ισχύ, εκτός εάν μια νέα ιρανική ηγεσία συμφωνούσε να εγκαταλείψει τόσο το πυρηνικό της πρόγραμμα όσο και το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς. Και τα δύο αυτά προγράμματα τελούν ήδη υπό κυρώσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και, σύμφωνα με την ανάλυση, το καθεστώς κυρώσεων θα διατηρούνταν.

Σε στρατιωτικό επίπεδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ – ενδεχομένως με τη συμμετοχή και άλλων συμμάχων – θα συνέχιζαν να επιτηρούν τον εναέριο χώρο του Ιράν, με σχετικά περιορισμένο ρίσκο λόγω της σημαντικής αποδυνάμωσης της ιρανικής αντιαεροπορικής άμυνας. Εάν η Τεχεράνη επιχειρούσε να επαναφέρει τα προγράμματα πυραύλων, drones ή πυρηνικών όπλων, οι σχετικές εγκαταστάσεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο νέων πληγμάτων.

Σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, μια τέτοια εξέλιξη τους επόμενους μήνες ή και χρόνια θα μπορούσε να θυμίζει το Ιράκ της δεκαετίας του 1990: μια χώρα στρατιωτικά αποδυναμωμένη και υπό διεθνή περιορισμό, με αμερικανικά μαχητικά να επιτηρούν τον εναέριο χώρο για την αποτροπή νέων απειλών. Το σενάριο αυτό δεν προϋποθέτει αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, ωστόσο η συνεχιζόμενη κοινωνική και πολιτική δυσαρέσκεια στο εσωτερικό της χώρας ενδέχεται να οδηγήσει σε νέες διαμαρτυρίες και σε σταδιακή αποδυνάμωση του κρατικού μηχανισμού.

2. Χειρότερο σενάριο (Πιθανότητα 30%): Ένα πιο επιθετικό Ιράν και μεγαλύτερη αστάθεια στην περιοχή

Το χειρότερο σενάριο, στο οποίο η ανάλυση αποδίδει πιθανότητα περίπου 30%, προβλέπει ότι οι οικονομικές πιέσεις και οι αναταράξεις στις αγορές θα μπορούσαν να αναγκάσουν τον Ντόναλντ Τραμπ να κηρύξει πρόωρα τη «νίκη» και να τερματίσει τη στρατιωτική επιχείρηση πριν ολοκληρωθεί η αποστολή της. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Ιράν θα έβγαινε από τη σύγκρουση με τις βασικές δομές εξουσίας του ανασυγκροτημένες, περισσότερο αποφασισμένο και με επαρκείς στρατιωτικές και πυρηνικές δυνατότητες ώστε να ανακτήσει σχετικά γρήγορα τις επιχειρησιακές του δυνατότητες.

Το αποτέλεσμα θα ήταν μια ακόμη πιο ασταθής Μέση Ανατολή. Τα κράτη του Κόλπου θα παρέμεναν εκτεθειμένα στην απειλή ενός Ιράν που θα συνέχιζε να αναπτύσσει πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη, «όπλα» που η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι είναι πρόθυμη να χρησιμοποιήσει.

Σε αυτό το σενάριο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να βρεθούν ακόμη πιο βαθιά εμπλεκόμενες στη Μέση Ανατολή, καθώς θα χρειαστεί να ενισχύσουν την άμυνα των συμμάχων τους στον Κόλπο απέναντι σε χιλιάδες πυραύλους και drones, αφού η στρατιωτική εκστρατεία διεκόπη πριν καταστραφούν πλήρως αυτές οι δυνατότητες. Παράλληλα, το κόστος οικονομικής δραστηριότητας στην περιοχή (από την ασφάλιση της ναυσιπλοΐας έως τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις) θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά μέχρι να διαμορφωθεί μια νέα ισορροπία. Αυτή η νέα ισορροπία, ωστόσο, θα βασιζόταν σε ένα ενισχυμένο Ιράν με ισχυρότερους σκληροπυρηνικούς στο εσωτερικό του καθεστώτος.

Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Ντουάιτ Αϊζενχάουερ είχε επισημάνει ότι κανένας αρχηγός κράτους δεν θα πρέπει να αποφασίζει για μια στρατιωτική ενέργεια μεγάλης εμβέλειας χωρίς να έχει μπροστά του όλα τα δεδομένα «ψυχρά και αμείλικτα», καθώς οι πόλεμοι, όταν ξεκινούν, εξελίσσονται απρόβλεπτα και συχνά παράγουν ανεπιθύμητες συνέπειες. Οι οικονομικές αναταράξεις που παρατηρούνται σήμερα είχαν προβλεφθεί σε κάθε πιθανό σενάριο πολέμου με το Ιράν, σε διαδοχικές αμερικανικές κυβερνήσεις.

Η κυβέρνηση Τραμπ (και γι’ αυτό η ανάλυση θεωρεί πιθανότερο το πρώτο σενάριο) εμφανίζεται αποφασισμένη να ολοκληρώσει την επιχείρηση παρά τις οικονομικές πιέσεις. Ωστόσο, ο ίδιος ο πρόεδρος έχει αφήσει να εννοηθεί ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να είναι μια «βραχυπρόθεσμη επιχείρηση», κάτι που υποδηλώνει ότι μια αλλαγή πορείας θα μπορούσε να αποφασιστεί ανά πάσα στιγμή.

Εάν η Ουάσιγκτον επέλεγε να διακόψει την επιχείρηση πριν την ολοκλήρωση της αποστολής των αμερικανικών δυνάμεων, η περιφερειακή ισορροπία θα γινόταν ακόμη πιο ασταθής. Ανεξάρτητα από το αν η έναρξη του πολέμου θεωρείται δικαιολογημένη ή όχι, μια πρόωρη διακοπή του θα ενείχε τον κίνδυνο να ενισχύσει το ιρανικό καθεστώς και να αφήσει τη Μέση Ανατολή – και την παγκόσμια ασφάλεια – σε ακόμη πιο εύθραυστη κατάσταση.

3. Καλύτερο σενάριο (Πιθανότητα 10%): Ένα «νέο Ιράν» και μια διαφορετική Μέση Ανατολή

Στο πιο αισιόδοξο σενάριο, στο οποίο η ανάλυση αποδίδει πιθανότητα περίπου 10%, η στρατιωτική πίεση που ασκείται στο Ιράν – συμπεριλαμβανομένων των πληγμάτων στις δομές ασφαλείας που στηρίζουν το καθεστώς – θα μπορούσε να αποδυναμώσει την κυβέρνηση και να ενισχύσει την αυτοπεποίθηση των Ιρανών πολιτών ώστε να επιστρέψουν μαζικά στους δρόμους, διεκδικώντας την ανατροπή της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Ωστόσο, οι πιθανότητες ενός τέτοιου σεναρίου θεωρούνται περιορισμένες, ιδίως μετά τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων τον περασμένο Ιανουάριο, κατά την οποία χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν. Βραχυπρόθεσμα, οι Ιρανοί θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν μαζικά μόνο εφόσον ο κατασταλτικός μηχανισμός της Τεχεράνης (ιδιαίτερα οι πολιτοφυλακές Μπασίτζ και οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης) υποστούν σημαντικό και ορατό πλήγμα, κάτι που είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί αποκλειστικά μέσω αεροπορικών επιχειρήσεων.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η εξωτερική στρατιωτική πίεση από μόνη της σπάνια οδηγεί σε ταχεία κατάρρευση ενός καθεστώτος, εάν δεν υπάρχει ταυτόχρονα οργανωμένη εσωτερική και ένοπλη αντιπολίτευση.

Οι χαμηλές πιθανότητες αυτού του σεναρίου συνδέονται και με τον τρόπο που έχει σχεδιαστεί η στρατιωτική επιχείρηση, όπως έχει περιγραφεί από το Πεντάγωνο και ειδικότερα από τον πρόεδρο του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ, στρατηγό Νταν Κέιν, και τον διοικητή της Κεντρικής Διοίκησης (CENTCOM), ναύαρχο Μπραντ Κούπερ. Ο δηλωμένος στόχος της επιχείρησης είναι να περιοριστεί η δυνατότητα του Ιράν να προβάλλει ισχύ εκτός των συνόρων του και όχι να αποδυναμωθεί η ικανότητα του καθεστώτος να διατηρεί τον έλεγχο στο εσωτερικό της χώρας.

Μια τέτοια εξέλιξη – η ανατροπή του καθεστώτος στην Τεχεράνη – θα απαιτούσε πιθανότατα είτε την παρουσία αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων είτε την ύπαρξη μιας οργανωμένης και ισχυρής εσωτερικής αντιπολίτευσης. Καθώς κανένα από τα δύο δεν φαίνεται να αποτελεί μέρος της παρούσας στρατιωτικής εκστρατείας, η πιθανότητα μιας άμεσης αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν παραμένει, σύμφωνα με την ανάλυση, μάλλον περιορισμένη.

Πιθανός και ο… συνδυασμός

Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του CNN, τα τρία αυτά σενάρια δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενα και ενδέχεται να εξελιχθούν συνδυαστικά με την πάροδο του χρόνου. Ο νέος ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, θεωρείται πιθανό να λειτουργήσει ως πολιτική «βιτρίνα» των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, χωρίς να είναι ακόμη σαφές αν θα καταφέρει να εδραιώσει την εξουσία του ή αν θα βρεθεί αντιμέτωπος με εσωτερικούς ανταγωνισμούς.

Μακροπρόθεσμα, δεν αποκλείεται να υπάρξει σταδιακή φθορά του ίδιου του καθεστώτος, με τους Ιρανούς πολίτες να διεκδικούν τελικά μεγαλύτερο ρόλο στις εξελίξεις. Ένα αποδυναμωμένο και περιορισμένο Ιράν – όπως προβλέπει το βασικό σενάριο – θα μπορούσε να επιταχύνει μια τέτοια πορεία, χωρίς όμως αυτό να αναμένεται άμεσα.

Παράλληλα, η νέα ιρανική ηγεσία θα επιχειρήσει να επηρεάσει τις εξελίξεις, ενδεχομένως συνεχίζοντας επιθέσεις με πυραύλους ή drones στην περιοχή, εφόσον διατηρεί τη σχετική επιχειρησιακή δυνατότητα, ακόμη και μετά τη λήξη των κύριων στρατιωτικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ.

Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανική εμπλοκή στην υπόθεση του Ιράν – μέσω αποτροπής, περιορισμού και πιθανότητας νέων στρατιωτικών ενεργειών – δεν αναμένεται να λήξει με το τέλος της τρέχουσας κρίσης. Το πιθανότερο αποτέλεσμα δεν είναι μια καθαρή και οριστική λύση, αλλά ένα Ιράν πιο αδύναμο και περιορισμένο, με νέες ισορροπίες ισχύος στη Μέση Ανατολή και με σημαντική αβεβαιότητα για το πού θα οδηγήσουν οι εξελίξεις τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε ακόμη: