Δαιμόνιοι σκηνικοί μηχανισμοί, πνευματώδης σάτιρα και ανθρώπινες ψυχές σε φρενήρη αγωνία, απίθανες συμπτώσεις που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μία έκρηξη που όμως δεν θα γίνει ποτέ. Ο Ζωρζ Φεντώ, απόγονος του Μολιέρου και ανανεωτής του βωντβίλ, είναι οξυδερκής παρατηρητής της κοινωνίας και των συμπεριφορών και κυνικός σχολιαστής των κακώς κειμένων. Η κυρία του Μαξίμ, η φάρσα που γράφτηκε στο γύρισμα του αιώνα (1899) χάρισε στον συγγραφέα της έναν μοναδικό θρίαμβο δίνοντάς του τη δυνατότητα να αφοσιωθεί για ένα διάστημα στην άλλη του αγάπη, τη ζωγραφική.

Ο συντηρητικός γιατρός Πετυπόν ξυπνάει στο σπίτι του έπειτα από ένα ξενύχτι στο οποίο τον παρέσυρε ο νεαρός φίλος του Μονζικούρ. Ο ίδιος δεν θυμάται τίποτα από τη χθεσινή βραδιά όμως στο κρεβάτι του βρίσκεται μια νεαρή χορεύτρια από το «Μαξίμ». Η ζωή του σε ένα λεπτό γίνεται άνω-κάτω. Η νεαρή χορεύτρια όμως δεν λέει να φύγει από το σπίτι του, ακόμα και όταν εμφανίζεται η θρησκόληπτη σύζυγός του. Ακολουθεί ο απόλυτος πανικός!

Έχουν αποκαλέσει τον Φεντώ μοναδικό κληρονόμο της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Ο ίδιος δήλωνε πως «για να γράψεις ένα καλό βωντβίλ, παίρνεις την τραγικότερη δυνατή κατάσταση και προσπαθείς να αποκαλύψεις την μπουρλέσκ πλευρά της».

 

Το κοινό θα έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τις τελευταίες παραστάσεις τριών έργων που ολοκληρώνουν την θεατρική περίοδο του 2020: Φεγγάρι από χαρτί των Μιχάλη Ρέππα-Θανάση Παπαθανασίου, Η Κυρία του Μαξίμ του Ζωρζ Φεντώ και Σ΄ εσάς που με ακούτε της Λούλας Αναγνωστάκη. Επίσης, θα επαναμεταδοθεί η παράσταση για όλη την οικογένεια του έργου Πιστεύω στους μονόκερους του Μάικλ Μορπούργκο.

Υπό τις παρούσες συνθήκες, οι διαδικτυακές προβολές παραστάσεων αποτελούν μια πρόσφορη και αναγκαία λύση. Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρης Λιγνάδης σημειώνει σχετικά: «Το θέατρο, ως σύμφυτη λειτουργία στον άνθρωπο, δεν μπορεί να αντικατασταθεί από κανένα άλλο μέσον. Η ζωντανή αλληλεπίδραση μεταξύ σκηνής και κοινού θα είναι πάντα μία και μοναδική. Στην παρούσα φάση ψάχνουμε κάτι για να υποκαταστήσουμε τη θεατρική πράξη, όχι να την αντικαταστήσουμε».