Το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 ήταν καθαρό στη Νέα Υόρκη.

Στις 08:46, η πτήση 11 της American Airlines έπεσε πάνω στον Βόρειο Πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου. Δεκαεπτά λεπτά αργότερα, στις 09:03, η πτήση 175 της United Airlines καρφώθηκε στον Νότιο Πύργο. Εκείνη τη στιγμή εξαφανίστηκε και η τελευταία αμφιβολία: η Αμερική δεχόταν επίθεση.

Στις 09:37, ένα τρίτο αεροσκάφος χτύπησε το Πεντάγωνο. Στις 10:03, η πτήση 93 συνετρίβη στην Πενσιλβάνια, αφού επιβάτες και μέλη του πληρώματος επιχείρησαν να ανακτήσουν τον έλεγχο από τους αεροπειρατές.

Μέσα σε 102 λεπτά, ο κόσμος όπως τον γνώριζε η Αμερική είχε τελειώσει.

Οι Δίδυμοι Πύργοι είχαν καταρρεύσει. 2.977 άνθρωποι από περισσότερες από 90 χώρες είχαν χάσει τη ζωή τους. Δεκαεννέα μέλη της Αλ Κάιντα είχαν μετατρέψει τέσσερα επιβατικά αεροσκάφη σε όπλα εναντίον της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών.

Είκοσι πέντε χρόνια αργότερα, οι εικόνες των αεροσκαφών να εξαφανίζονται μέσα στους Πύργους παραμένουν ίσως το πιο αναγνωρίσιμο τηλεοπτικό στιγμιότυπο του 21ου αιώνα. Για όσους έζησαν εκείνη την ημέρα, η 11η Σεπτεμβρίου δεν έχει μετατραπεί ακόμη ολοκληρωτικά σε Ιστορία. Σύμφωνα με τις σημερινές μετρήσεις, η συντριπτική πλειονότητα των Αμερικανών που είχαν ήδη γεννηθεί το 2001 θυμάται ακόμη πού βρισκόταν όταν πληροφορήθηκε τις επιθέσεις.

Για μια νεότερη γενιά, όμως, όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Οι Δίδυμοι Πύργοι, ο Τζορτζ Μπους, ο Οσάμα μπιν Λάντεν και ο πόλεμος στο Αφγανιστάν δεν αποτελούν προσωπικές αναμνήσεις. Είναι κεφάλαια σχολικών βιβλίων.

Κι όμως, η 11η Σεπτεμβρίου εξακολουθεί να βρίσκεται παντού.

 

 

 

Άλλαξε την αντίληψη της Αμερικής για την ασφάλεια. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο ταξιδεύουμε, τα όρια ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και την επιτήρηση, τον τρόπο διεξαγωγής των πολέμων και τη σχέση της Δύσης με τον μουσουλμανικό κόσμο. Άνοιξε τον δρόμο για δύο πολέμους που κράτησαν δεκαετίες, δημιούργησε έναν τεράστιο παγκόσμιο μηχανισμό αντιτρομοκρατίας και απορρόφησε για χρόνια σημαντικό μέρος της στρατηγικής προσοχής της Ουάσιγκτον.

Την ίδια στιγμή, σχεδόν αθόρυβα σε σύγκριση με τις εκρήξεις και τους πολέμους της εποχής, η Κίνα μεταμορφωνόταν σε παγκόσμια δύναμη.

Η 11η Σεπτεμβρίου δεν δημιούργησε μόνη της τον κόσμο του 2026. Χωρίς αυτήν, όμως, η διαδρομή προς αυτόν θα ήταν διαφορετική.

Τα 102 λεπτά που τελείωσαν τη δεκαετία του ’90

Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του σοκ, πρέπει να θυμηθεί σε ποιον κόσμο ξύπνησε η Αμερική εκείνο το πρωί.

Η Σοβιετική Ένωση είχε διαλυθεί δέκα χρόνια νωρίτερα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν η μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη. Η οικονομία τους κυριαρχούσε και κανένα άλλο κράτος δεν μπορούσε να τις απειλήσει συμβατικά στο έδαφός τους.

Η γεωγραφία λειτουργούσε σχεδόν σαν φυσική ασπίδα: δύο ωκεανοί και δύο φιλικά σύνορα.

Κι όμως, οι δράστες της μεγαλύτερης επίθεσης στην αμερικανική επικράτεια μετά το Περλ Χάρμπορ δεν χρειάστηκαν πολεμικά αεροσκάφη, πυραύλους ή στρατό. Χρειάστηκαν αεροπορικά εισιτήρια, μικρά μαχαίρια και τα ίδια τα πολιτικά αεροσκάφη της Αμερικής.

Η Επιτροπή της 11ης Σεπτεμβρίου θα κατέληγε αργότερα στο συμπέρασμα ότι η χώρα ήταν απροετοίμαστη για ένα τέτοιο σενάριο. Οι διαδικασίες της FAA και της NORAD είχαν σχεδιαστεί γύρω από μια διαφορετική αντίληψη της αεροπειρατείας: ένα αεροπλάνο που καταλαμβάνεται για να χρησιμοποιηθεί ως μέσο διαπραγμάτευσης, όχι ως πύραυλος.

Η τελική έκθεση περιέγραψε την 11η Σεπτεμβρίου ως «σοκ, αλλά όχι έκπληξη».

Προειδοποιήσεις για την Αλ Κάιντα και τον Οσάμα μπιν Λάντεν υπήρχαν. Αυτό που έλειπε ήταν η σύνδεσή τους σε μια ενιαία εικόνα.

Η επίθεση άλλαξε επομένως και την ίδια την έννοια της απειλής.

Ένα κράτος δεν χρειαζόταν πλέον στρατό, στόλο ή πυρηνικά όπλα για να προκαλέσει στρατηγικό πλήγμα στην ισχυρότερη χώρα του κόσμου. Μια μη κρατική οργάνωση μπορούσε να μετατρέψει τα ίδια τα χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποίησης —τις αεροπορικές συνδέσεις, την ελεύθερη μετακίνηση, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και τις ανοιχτές κοινωνίες— σε επιχειρησιακό πλεονέκτημα.

 

 

 

Ο πόλεμος που απέκτησε παγκόσμια διάσταση

Η αντίδραση ήταν σχεδόν άμεση.

Στις 12 Σεπτεμβρίου το ΝΑΤΟ ενεργοποίησε για πρώτη φορά στην ιστορία του το Άρθρο 5 περί συλλογικής άμυνας. Μια συμμαχία που είχε δημιουργηθεί για να αντιμετωπίσει τη Σοβιετική Ένωση καλούνταν τώρα να απαντήσει σε ένα τρομοκρατικό δίκτυο χωρίς στρατό και σύνορα.

Στις 7 Οκτωβρίου 2001 ξεκίνησε η αμερικανική επέμβαση στο Αφγανιστάν.

Η αρχική στρατιωτική επιχείρηση ήταν γρήγορη. Οι Ταλιμπάν έχασαν την Καμπούλ, η Αλ Κάιντα έχασε το ασφαλές καταφύγιό της και η Ουάσιγκτον πίστεψε ότι η στρατιωτική υπεροχή θα μπορούσε να μετατραπεί και σε πολιτικό αποτέλεσμα.

Εκεί άρχισε μια διαφορετική ιστορία.

Η αποστολή μετακινήθηκε σταδιακά από την εξουδετέρωση της Αλ Κάιντα στην οικοδόμηση ενός νέου αφγανικού κράτους. Η αντιτρομοκρατική επιχείρηση εξελίχθηκε στον μακροβιότερο πόλεμο στην αμερικανική ιστορία.

Ο Οσάμα μπιν Λάντεν, τελικά, δεν βρέθηκε στο Αφγανιστάν. Εντοπίστηκε στο Πακιστάν και σκοτώθηκε από Αμερικανούς SEALs τον Μάιο του 2011.

Όμως ο πόλεμος δεν τελείωσε τότε.

Στις 15 Αυγούστου 2021, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την έναρξη της αμερικανικής επέμβασης, οι Ταλιμπάν επέστρεψαν στην Καμπούλ.

Η εικόνα ήταν συμβολική: η οργάνωση που είχε εκδιωχθεί επειδή φιλοξενούσε τον μπιν Λάντεν επέστρεφε στην εξουσία λίγο πριν από την 20ή επέτειο της επίθεσης.

Το 2026 οι Ταλιμπάν εξακολουθούν να κυβερνούν το Αφγανιστάν. Η χώρα δεν είναι ίδια με εκείνη του 2001 και η Αλ Κάιντα έχει αποδυναμωθεί σημαντικά. Το τίμημα, όμως, σε ζωές, εκτοπισμό και καταστροφή υπήρξε τεράστιο.

Η αμερικανική στρατιωτική ισχύς μπορούσε να καταλάβει μια πρωτεύουσα. Αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερο να αλλάξει μόνιμα την πολιτική πραγματικότητα μιας χώρας.

 

Ιράκ: ο πόλεμος που δεν προκάλεσε η 11η Σεπτεμβρίου

Ο πόλεμος στο Ιράκ δεν ήταν αποτέλεσμα της 11ης Σεπτεμβρίου.

Το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν δεν είχε οργανώσει τις επιθέσεις και η εισβολή του 2003 ήταν ξεχωριστή πολιτική απόφαση.

Θα ήταν όμως δύσκολο να φανταστεί κανείς το πολιτικό περιβάλλον που την κατέστησε δυνατή χωρίς το κλίμα φόβου που είχε δημιουργήσει η 11η Σεπτεμβρίου και χωρίς το νέο αμερικανικό δόγμα της προληπτικής αντιμετώπισης πιθανών απειλών.

Τον Μάρτιο του 2003 οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους εισέβαλαν στο Ιράκ, με βασικό επιχείρημα την απειλή από τα όπλα μαζικής καταστροφής.

Τα αποθέματα που παρουσιάζονταν ως άμεση απειλή δεν βρέθηκαν.

Η πτώση του Σαντάμ ήταν γρήγορη. Η συνέχεια, όμως, ήταν χαοτική. Η διάλυση σημαντικών τμημάτων του κρατικού μηχανισμού, η αποστράτευση του ιρακινού στρατού, η εξέγερση και η έκρηξη της σουνιτοσιιτικής βίας δημιούργησαν το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η Αλ Κάιντα στο Ιράκ.

Από εκείνη τη γενεαλογία θα προέκυπτε αργότερα το ISIS.

Το 2014 το ISIS κατέλαβε τη Μοσούλη και τεράστιες περιοχές του Ιράκ και της Συρίας, ανακηρύσσοντας το δικό του «Χαλιφάτο».

Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της μετα-11ης Σεπτεμβρίου εποχής: η Αλ Κάιντα που πραγματοποίησε την επίθεση στη Νέα Υόρκη έχασε σταδιακά την ικανότητα να οργανώσει μια αντίστοιχη επιχείρηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως ο τζιχαντισμός μεταλλάχθηκε και εξαπλώθηκε.

Η τρομοκρατία δεν εξαφανίστηκε. Κατακερματίστηκε.

Από τη Νέα Υόρκη στη Μαδρίτη, το Λονδίνο και το Παρίσι

Η Ευρώπη έμαθε γρήγορα ότι η 11η Σεπτεμβρίου δεν ήταν μόνο αμερικανική υπόθεση.

Στις 11 Μαρτίου 2004, οι βομβιστικές επιθέσεις στα τρένα της Μαδρίτης σκότωσαν 193 ανθρώπους.

Τον Ιούλιο του 2005, τέσσερις βομβιστές αυτοκτονίας χτύπησαν το δίκτυο μεταφορών του Λονδίνου.

Και ακολούθησε ένα κύμα τζιχαντιστικής βίας που κορυφώθηκε στην Ευρώπη με τις επιθέσεις του ISIS: το Παρίσι και το Bataclan το 2015, οι Βρυξέλλες το 2016, η Νίκαια και μια σειρά μικρότερων αλλά εξαιρετικά θανατηφόρων επιθέσεων.

Οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες πληροφοριών αναδιοργανώθηκαν. Η ανταλλαγή δεδομένων και οι λίστες επιβατών απέκτησαν νέα σημασία. Τα σύνορα και η αντιτρομοκρατική νομοθεσία έγιναν αυστηρότερα. Οι ξένοι μαχητές που ταξίδεψαν στη Συρία μετά το 2011 δημιούργησαν έναν νέο κίνδυνο: την επιστροφή τους στην Ευρώπη.

Η τρομοκρατία έπαψε να είναι αποκλειστικά ζήτημα ασφάλειας και έγινε πολιτικός παράγοντας.

Επηρέασε τις συζητήσεις για τη μετανάστευση, το Ισλάμ, την ένταξη, τα σύνορα και την εθνική ταυτότητα. Και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθεί, ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα, να επηρεάζει την πολιτική ατζέντα.

Όταν η ασφάλεια έγινε καθημερινότητα

Πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, ο επιβάτης μπορούσε να φτάσει στο αεροδρόμιο πολύ πιο κοντά στην ώρα της πτήσης του. Οι έλεγχοι στις Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποιούνταν από ιδιωτικές εταιρείες και η αεροπειρατεία συνδεόταν περισσότερο με την ομηρία και τη διαπραγμάτευση παρά με την καταστροφή ενός αεροσκάφους.

Όλα αυτά άλλαξαν.

Δύο μήνες μετά τις επιθέσεις δημιουργήθηκε η Transportation Security Administration. Το 2003 άρχισε να λειτουργεί το Department of Homeland Security, συγκεντρώνοντας 22 διαφορετικές υπηρεσίες και οργανισμούς.

Οι πόρτες των cockpit ενισχύθηκαν. Οι έλεγχοι αποσκευών έγιναν καθολικοί. Οι περιορισμοί στα υγρά, τα παπούτσια που βγαίνουν στους ελέγχους ασφαλείας, οι λίστες απαγόρευσης πτήσεων, τα βιομετρικά δεδομένα και η στενότερη παρακολούθηση των διεθνών ταξιδιών έγιναν κομμάτι της νέας καθημερινότητας.

Μια ολόκληρη γενιά δεν γνωρίζει πλέον ότι κάποτε υπήρχε διαφορετικός τρόπος να ταξιδεύει κανείς αεροπορικώς.

Η αλλαγή, όμως, δεν σταμάτησε στα αεροδρόμια.

Patriot Act, παρακολουθήσεις και το τίμημα της ασφάλειας

Στις 26 Οκτωβρίου 2001, μόλις 45 ημέρες μετά τις επιθέσεις, ο Τζορτζ Μπους υπέγραψε τον USA PATRIOT Act.

Ο νόμος διεύρυνε σημαντικά τις δυνατότητες των ομοσπονδιακών υπηρεσιών σε έρευνες, παρακολουθήσεις, συλλογή πληροφοριών και οικονομικές έρευνες που συνδέονταν με την τρομοκρατία.

Έτσι ξεκίνησε μια συζήτηση που δεν έχει τελειώσει.

Πόση ιδιωτικότητα είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει μια κοινωνία για περισσότερη ασφάλεια;

Ποιος ελέγχει εκείνους που παρακολουθούν;

Και πότε μια έκτακτη εξουσία, που δημιουργείται για μια έκτακτη απειλή, μετατρέπεται σε μόνιμο εργαλείο του κράτους;

Το Γκουαντάναμο, οι μυστικές φυλακές της CIA, οι «ενισχυμένες ανακριτικές τεχνικές», οι έκτακτες μεταγωγές κρατουμένων και αργότερα οι αποκαλύψεις για τη μαζική συλλογή τηλεπικοινωνιακών δεδομένων έγιναν σύμβολα αυτής της νέας εποχής.

Η Αμερική απέκτησε πολύ μεγαλύτερη ικανότητα να εντοπίζει και να διαλύει τρομοκρατικά δίκτυα.

Ταυτόχρονα, όμως, δημιούργησε νομικά και ηθικά προηγούμενα που προκάλεσαν έντονη κριτική στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Το ερώτημα της μετα-11ης Σεπτεμβρίου εποχής δεν ήταν μόνο πώς θα νικήσει η Δύση την τρομοκρατία. Ήταν και πόσο από τον ίδιο της τον τρόπο ζωής θα άλλαζε προκειμένου να το πετύχει.

Ο πόλεμος έγινε μακρινός, αθέατος και ψηφιακός

Οι μεγάλες χερσαίες εισβολές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ έδωσαν σταδιακά τη θέση τους σε ένα διαφορετικό μοντέλο πολέμου: ειδικές δυνάμεις, υπηρεσίες πληροφοριών, επιχειρήσεις ακριβείας και μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Τα drones έγιναν βασικό εργαλείο της αμερικανικής αντιτρομοκρατίας στο Πακιστάν, στην Υεμένη, στη Σομαλία και αλλού.

Η δυνατότητα ενός προέδρου να εγκρίνει την εξόντωση ενός υπόπτου χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, χωρίς συμβατικό πεδίο μάχης, δημιούργησε μια νέα μορφή πολέμου.

Σήμερα η τεχνολογία αυτή έχει ξεπεράσει κατά πολύ την αντιτρομοκρατία.

Τα drones που εξελίχθηκαν μέσα από τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» αποτελούν πλέον μαζικό όπλο σε διακρατικές συγκρούσεις. Στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, τα φθηνά FPV drones, τα σμήνη, τα περιφερόμενα πυρομαχικά και τα μη επανδρωμένα θαλάσσια μέσα αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται ο πόλεμος.

Η τεχνολογική μετάβαση που επιταχύνθηκε μέσα από την αντιτρομοκρατία έχει πλέον μεταφερθεί στα πεδία των μεγάλων στρατιωτικών συγκρούσεων.

Ο ανθρώπινος και οικονομικός λογαριασμός

Οι αριθμοί δεν μπορούν να αποδώσουν το πλήρες βάρος μιας εικοσιπενταετίας. Μπορούν όμως να δείξουν την κλίμακά της.

Το πρόγραμμα Costs of War του Brown University εκτιμά ότι οι αμερικανικές δαπάνες και οι μελλοντικές υποχρεώσεις που συνδέονται με τους μετα-11ης Σεπτεμβρίου πολέμους ανέρχονται περίπου στα 8 τρισ. δολάρια.

Στο ποσό περιλαμβάνονται οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, η εσωτερική ασφάλεια, οι τόκοι του δανεισμού και οι μακροχρόνιες δαπάνες περίθαλψης των βετεράνων.

Το ίδιο πρόγραμμα υπολογίζει περισσότερους από 940.000 ανθρώπους που σκοτώθηκαν άμεσα στη βία των πολέμων μετά την 11η Σεπτεμβρίου σε Αφγανιστάν, Ιράκ, Συρία, Υεμένη, Πακιστάν και άλλα μέτωπα. Περισσότεροι από 432.000 ήταν άμαχοι.

Όταν υπολογίζονται και οι έμμεσοι θάνατοι από την καταστροφή συστημάτων υγείας, υποδομών και οικονομιών, η εκτίμηση φτάνει τα 4,5 έως 4,7 εκατομμύρια.

Περίπου 38 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί στις χώρες που περιλαμβάνονται στην αποτίμηση.

Οι αριθμοί αυτοί είναι εκτιμήσεις και δεν σημαίνουν ότι κάθε ένας από αυτούς τους θανάτους «προκλήθηκε από την 11η Σεπτεμβρίου». Αποτυπώνουν όμως το μέγεθος του κύκλου βίας που άνοιξε μετά το 2001.

Περισσότεροι από 7.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί σκοτώθηκαν στους πολέμους αυτούς. Πολύ περισσότεροι επέστρεψαν με μόνιμες αναπηρίες ή ψυχικά τραύματα.

Το κόστος δεν μετριέται επομένως μόνο σε μάχες που έγιναν. Μετριέται και στις ζωές που συνεχίστηκαν μετά από αυτές.

Οι μουσουλμάνοι της Αμερικής και μια πληγή που δεν έκλεισε

Υπήρξε και ένα διαφορετικό, εσωτερικό κοινωνικό κόστος.

Έξι ημέρες μετά τις επιθέσεις, ο Τζορτζ Μπους επισκέφθηκε ισλαμικό κέντρο στην Ουάσιγκτον, προσπαθώντας να διαχωρίσει το Ισλάμ από την Αλ Κάιντα.

Η καχυποψία, όμως, απέναντι στους μουσουλμάνους έγινε μέρος της αμερικανικής πολιτικής ζωής.

Τα περιστατικά εγκλημάτων μίσους κατά μουσουλμάνων που καταγράφηκαν από το FBI αυξήθηκαν δραματικά μετά το 2001 και δεν επέστρεψαν ποτέ στα προ της 11ης Σεπτεμβρίου επίπεδα.

Παράλληλα, όμως, συνέβη κάτι άλλο.

Ο μουσουλμανικός πληθυσμός των Ηνωμένων Πολιτειών αυξήθηκε σημαντικά. Σήμερα υπολογίζεται σε περίπου 5,5 εκατομμύρια ανθρώπους και διαθέτει πολύ μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτική παρουσία.

Η ιστορία των τελευταίων 25 ετών δεν είναι επομένως μόνο ιστορία φόβου και αποκλεισμού.

Είναι και η ιστορία μιας κοινότητας που μεγάλωσε, ενσωματώθηκε και απέκτησε μεγαλύτερη παρουσία στην αμερικανική κοινωνία, ενώ ταυτόχρονα έζησε για μια ολόκληρη γενιά κάτω από τη σκιά μιας επίθεσης που δεν είχε διαπράξει.

Ενώ η Αμερική κοιτούσε τη Μέση Ανατολή, η Κίνα άλλαζε τον κόσμο

Υπάρχει μια ημερομηνία που συνοψίζει ίσως καλύτερα την παράλληλη αλλαγή του παγκόσμιου συστήματος.

Στις 11 Δεκεμβρίου 2001, ακριβώς τρεις μήνες μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, η Κίνα έγινε το 143ο μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

Η σύμπτωση είναι εντυπωσιακή.

Ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες περνούσαν τις επόμενες δύο δεκαετίες επικεντρωμένες στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στην τρομοκρατία και στη Μέση Ανατολή, η Κίνα ενσωματωνόταν με πρωτοφανή ταχύτητα στην παγκόσμια οικονομία.

Οικοδόμησε τεράστια βιομηχανική βάση, τεχνολογικές δυνατότητες και στρατιωτική ισχύ. Μετατράπηκε στον μοναδικό ανταγωνιστή που μπορεί πραγματικά να αμφισβητήσει μακροπρόθεσμα την αμερικανική πρωτοκαθεδρία.

Δεν υπάρχει σοβαρός τρόπος να αποδειχθεί ότι η Κίνα αναδύθηκε «επειδή» η Αμερική πολεμούσε στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Η άνοδός της θα συνέβαινε ούτως ή άλλως.

Υπήρξε, όμως, ένα σημαντικό κόστος ευκαιρίας.

Η Ουάσιγκτον χρειάστηκε περίπου μία δεκαετία μέχρι να αρχίσει να μιλά συστηματικά για τη στρατηγική στροφή προς την Ασία. Και όταν αυτή η στροφή έγινε πολιτική προτεραιότητα, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούσαν να έχουν στρατεύματα στο Αφγανιστάν και μόλις είχαν αποχωρήσει από το Ιράκ.

Το 2026 η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά.

Η τρομοκρατία παραμένει απειλή, αλλά η στρατηγική προσοχή των ΗΠΑ έχει επιστρέψει στον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων: Κίνα, Ρωσία, Ιράν και Βόρεια Κορέα, μαζί με κυβερνοεπιθέσεις, τεχνητή νοημοσύνη, υπερηχητικά όπλα και διαστημικά συστήματα.

Ο κόσμος στον οποίο η Αμερική πολεμούσε έναν εχθρό χωρίς κράτος έχει δώσει τη θέση του σε έναν κόσμο όπου κράτη με πυρηνικά όπλα, στόλους, δορυφόρους και τεράστιες βιομηχανικές δυνατότητες ανταγωνίζονται ξανά για ισχύ.

Το τέλος της αμερικανικής αθωότητας — όχι το τέλος της τρομοκρατίας

Η Αλ Κάιντα απέτυχε σε έναν από τους βασικούς επιχειρησιακούς της στόχους.

Δεν κατάφερε να επαναλάβει επίθεση αντίστοιχης κλίμακας στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο μηχανισμός αντιτρομοκρατίας που δημιουργήθηκε μετά το 2001 έγινε πολύ αποτελεσματικότερος στον εντοπισμό δικτύων, στην ανταλλαγή πληροφοριών και στην αποτροπή σύνθετων επιχειρήσεων.

Η τρομοκρατία, όμως, δεν εξαφανίστηκε.

Άλλαξε μορφή.

Οι μεγάλες, κεντρικά σχεδιασμένες επιθέσεις της Αλ Κάιντα έδωσαν σε μεγάλο βαθμό τη θέση τους σε αποκεντρωμένα δίκτυα, παρακλάδια, μεμονωμένους δράστες και διαδικτυακή ριζοσπαστικοποίηση.

Το έδαφος της στρατολόγησης δεν είναι πλέον μόνο ένα στρατόπεδο στο Αφγανιστάν. Μπορεί να είναι μια κρυπτογραφημένη συνομιλία στην Ευρώπη ή στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Και αν κάτι απέδειξαν τα τελευταία 25 χρόνια, είναι ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να διαλύσει ένα στρατόπεδο, να καταλάβει μια πρωτεύουσα και να σκοτώσει έναν ηγέτη.

Είναι πολύ δυσκολότερο να εξαλείψει την ιδέα που μπορεί να γεννήσει τον επόμενο.

Από τους Δίδυμους Πύργους στον κόσμο του 2026

Στις φωτογραφίες της 10ης Σεπτεμβρίου 2001 υπάρχει ένας κόσμος που μοιάζει ταυτόχρονα κοντινός και απίστευτα μακρινός.

Η Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν συζητούσε ακόμη συνεργασία με τη Δύση.

Η Κίνα ετοιμαζόταν να ενταχθεί στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν ήταν μια μακρινή χώρα που απασχολούσε κυρίως ειδικούς.

Τα drones βρίσκονταν στα πρώτα στάδια της στρατιωτικής τους χρήσης.

Το ISIS δεν υπήρχε.

Το Department of Homeland Security δεν υπήρχε.

Η TSA δεν υπήρχε.

Το Γκουαντάναμο δεν είχε ακόμη γίνει σύμβολο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».

Κανείς δεν είχε συνηθίσει να περνά από τον έλεγχο ασφαλείας βγάζοντας τα παπούτσια του.

Και κυρίως, η Αμερική δεν είχε ακόμη ανακαλύψει τα όρια της δικής της δύναμης.

Η 11η Σεπτεμβρίου προκάλεσε αρχικά μια πρωτοφανή επίδειξη αμερικανικής ισχύος.

Είκοσι χρόνια αργότερα, η τελευταία αμερικανική στρατιωτική πτήση αποχωρούσε από την Καμπούλ και οι Ταλιμπάν επέστρεφαν στην εξουσία.

Στο μεταξύ, το Ιράκ είχε ανατραπεί και ξαναχτιστεί μέσα από πόλεμο. Η Αλ Κάιντα είχε αποδυναμωθεί, αλλά ο τζιχαντισμός είχε αποκτήσει δεκάδες νέες εκφράσεις. Το ISIS είχε καταλάβει εδάφη δύο κρατών. Η Ευρώπη είχε γνωρίσει τη Μαδρίτη, το Λονδίνο, το Bataclan και τις Βρυξέλλες.

Και η Κίνα είχε μετατραπεί στον βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή της Ουάσιγκτον.

Αυτό είναι ίσως το πραγματικό μέτρο της 11ης Σεπτεμβρίου, 25 χρόνια μετά.

Όχι μόνο τα 102 λεπτά της επίθεσης.

Όχι μόνο οι 2.977 άνθρωποι που δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια τους.

Αλλά τα 25 χρόνια που ακολούθησαν.

Ένας ολόκληρος κόσμος έμαθε να περνά από ανιχνευτές, να ζει με κάμερες και λίστες παρακολούθησης, να βλέπει πολέμους μέσα από εικόνες drones και να συζητά ξανά για σύνορα, ταυτότητα, φόβο και ασφάλεια.

Μια Αμερική που ξεκίνησε τον 21ο αιώνα χωρίς ισάξιο αντίπαλο πέρασε δύο δεκαετίες κυνηγώντας έναν εχθρό χωρίς κράτος και φτάνει στην 25η επέτειο αντιμέτωπη ξανά με κράτη που μπορούν να αμφισβητήσουν την ισχύ της.

Οι Δίδυμοι Πύργοι έπεσαν μέσα σε λιγότερο από δύο ώρες.

Η σκιά τους χρειάστηκε ένα τέταρτο του αιώνα για να φτάσει μέχρι εδώ.

Διαβάστε ακόμη: